Οδεύουμε ολοταχώς προς την ξέφρενη Αποκριά, με πρώτη στάση την Τσικνοπέμπτη, για να φάμε επιτέλους κρέας χωρίς ενοχές.

Από το Μνημόνιο κι έπειτα, ελέω φτώχειας μάλλον, η Τσικνοπέμπτη γίνεται μια επίδειξη κάπνας και τσίκνας που σκεπάζει όλη την πόλη, κάθε γωνιά, παράθυρο και μπαλκόνι, σαν να θέλουμε να δείχνουμε πλουσιοπάροχοι, όπως άλλοτε, ή ανέγγιχτοι από τα οικονομικά δεινά. Μια μέρα που πείθουμε τον εαυτό μας πως δεν έχει συμβεί τίποτα και ότι όλα είναι καλά.

Το μόνο πρόβλημα της Τσικνοπέμπτης είναι η μη αργία της. Είναι εργάσιμη μέρα η άτιμη. Και πες, ας είναι. Έτσι κι αλλιώς, το βράδυ είναι που τρώμε χωρίς έλεος τη σάρκα αθώων πλασμάτων. Η επόμενη μέρα, η Παρασκευή, δεν έπρεπε να είναι αργία; Πώς να κινηθείς, πώς να ξυπνήσεις, πώς να είσαι παραγωγικός, με τόσα κιλά λίπος να χορεύουν μέσα στο κυκλοφορικό σου σύστημα; Θα έπρεπε το Συνδικαλιστικό Κίνημα, τώρα που περνάει κρίση, αν θέλει να βελτιώσει το ίματζ του στην κοινή γνώμη και στα social, κυρίως στα social, να αγωνιστεί σκληρά για μια Παρασκευή μετά την Τσικνοπέμπτη αργία και καθιστική.

Η Παρασκευή της Τσικνοπέμπτης, πάντως, πρέπει να θεσμοθετηθεί επίσημα ως η ετήσια έναρξη της παύσης της νεοελληνικής σκέψης. Πώς λέμε «μπήκαμε στο Τριώδιο»; Να λέμε «μπήκαμε στην ηλιθιότητα». Όσο σκεφτήκαμε, σκεφτήκαμε για φέτος. Τώρα, με κανένα άλιπο εγκεφαλικό κύτταρο να έχει απομείνει μέσα στο κεφάλι μας, για να μπορέσει να παραχθεί έστω μια οποιαδήποτε στοιχειώδης σκέψη, με τις ξέφρενες Απόκριες να έρχονται οσονούπω, την Άνοιξη να καραδοκεί και το Πάσχα να περιμένει στο «λίαν προσεχώς», δεν δυνάμεθα να προβληματιστούμε ουσιαστικώς για τίποτα. Πιστεύετε πως είναι τυχαίο πως ένα μεγάλο μέρος, ίσως το μεγαλύτερο, των εθνικών εκλογών της Μεταπολίτευσης έχει διεξαχθεί τους ανοιξιάτικους μήνες; Δεν νομίζω.

Αν με ρωτάτε, όμως, προσωπικά, δεν έχω γενικώς πρόβλημα να είμαι ηλίθιος. Έχει την ξεγνοιασιά της και η ηλιθιότητα. Ουδέν κακόν αμιγές καλού, που λέγανε και οι προ-προ-προ-προ-προ… παππούδες μας. Μόνο που φέτος θα ήθελα να μου δοθεί μια μικρή παράταση στην εγκεφαλική μου παράλυση. Γιατί δεν έχω ακόμα αποφασίσει βασικά ζητήματα για τη ζωή μου.

Για παράδειγμα, είμαι Έλληνας ή ανθέλληνας; Είμαι με τους ανθρώπους του Λιμενικού, τους συμπατριώτες μου; Ή με τους μετανάστες; Δεν ξέρω πραγματικά. Θέλω να είμαι με κάποιο στρατόπεδο, αλλά δεν μπορώ να αποφασίσω. Να δεχτώ δηλαδή πως, ενώ το ελληνικό Δημόσιο δεν χαρακτηρίζεται ιδιαιτέρως από τη σωστή επιλογή έμψυχου δυναμικού διαχρονικά, στα σώματα Ασφαλείας κάτι έχει γίνει κι έχουν επιλεγεί οι καλύτεροι, οι αξιότεροι κι εντιμότεροι άνθρωποι της χώρας; Ή να δεχτώ τη μαρτυρία κάποιων που δεν γνωρίζω καθόλου, ούτε το σύστημα θα μου επιτρέψει ποτέ να τους γνωρίσω;

Κι επίσης, τι συμβαίνει με αυτά τα αρχεία του Έπσταϊν; Είναι όντως μια καταστροφική διαρροή για τα συμφέροντα της μπουρζουαζίας ή ένα ατελείωτο υλικό για το φιλοθεάμον κοινό, με μια υποσυνείδητη υπενθύμιση ηθικής ανωτερότητας στο πόπολο;

Πόσο ανώμαλοι είναι επιτέλους αυτοί οι πλούσιοι; Πάλι καλά που είμαι φτωχός. Έρχεται κι η Τσικνοπέμπτη, καλά θα περάσουμε.