Ήταν μια νύχτα πεντακάθαρη, σχεδόν καλοκαιρινή. Ο αέρας ήταν ζεστός, γλυκός, και καμία καταιγίδα, ούτε έστω μια μικρή βροχούλα, δεν ήρθε ποτέ να σκηνοθετήσει την πένθιμη ατμόσφαιρα των Δώδεκα Ευαγγελίων.


Κάλυπτα τότε την ακολουθία, πορωμένος νεαρός με το επάγγελμα του δημοσιογράφου, νιώθοντας τη φωτογραφική μηχανή κρεμασμένη πάνω μου σαν υπερόπλο υπέρ και εναντίον όλων.

Εκεί λοιπόν, κάπου μακριά από τα μικρόφωνα και τους επισήμους, στεκόταν ένας άνθρωπος. Ας τον πούμε Σωκράτη. Κάθε πόλη, άλλωστε, έχει τον δικό της Σωκράτη. Έναν άνθρωπο αόρατο, από εκείνους που ζουν στις ρωγμές της κοινωνίας. Συνήθως περιφέρεται με ένα ξεφτισμένο παλτό ή ένα παλιό πουκάμισο, απολύτως ακίνδυνος και βυθισμένος σ’ έναν δικό του, αθόρυβο κόσμο. Μάτια πάντοτε χαμηλωμένα, βλέμμα στραμμένο στο απέραντο πουθενά. Ο Σωκράτης, ο κάθε Σωκράτης, είναι το βολικό μέτρο σύγκρισης κάθε κοινωνίας, για να νιώθουμε όλοι οι υπόλοιποι «κανονικοί».

Όμως, εκείνο το βράδυ, με τα κεριά αναμμένα, τον ήχο του καρφώματος πάνω στον Σταυρό και τη μυρωδιά του λιβανιού να μπλέκεται με τις ανάσες της άνοιξης, ο Σωκράτης δεν χαμήλωσε το βλέμμα. Κοιτούσε κατάματα το καθετί και τον καθένα. Και κάποια στιγμή είπε:

«Σβήστε τα κεριά!»

Η φωνή του δεν ήταν η κραυγή ενός παραφρονούντος. Ήταν σταθερή, διαπεραστική. Όσοι τον άκουσαν πάγωσαν.

«Τι υποκρίνεστε;» ρώτησε, κοιτώντας τους ανθρώπους. «Δεν καταλαβαίνετε; Μην ψάχνετε τους Ρωμαίους και τον Ιούδα. Εμείς τον σκοτώσαμε τον Θεό. Σήμερα. Εδώ. Όλοι μας».

Μια ηλικιωμένη τραβήχτηκε πίσω τρομαγμένη, κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή συνειδητοποίησα πως η αλήθεια του είχε ένα βάρος που σε κάρφωνε.

«Μη δείχνετε τον Σταυρό», συνέχισε ο Σωκράτης. «Εμείς τον καρφώσαμε κι έπειτα τον θάψαμε κάτω από τα γεμάτα ψυγεία μας και τα αμέτρητα, άχρηστα υπάρχοντά μας. Τον αφήσαμε στον δρόμο, γυρνώντας τις διπλές κλειδαριές ασφαλείας των σπιτιών μας, για να προστατέψουμε τη μικρή και άδεια μας ησυχία. Τον δολοφονήσαμε μεθοδικά μέσα στις ασφαλισμένες, αποστειρωμένες και απόλυτα τακτοποιημένες ζωές μας. Μας τρόμαξε η αγάπη Του και την ανταλλάξαμε με λίγη σιγουριά. Και τώρα βγήκατε στην ξαστεριά να του ανάψετε κεράκι;»

Δεν περίμενε καμία απάντηση. Χαμήλωσε πάλι τους ώμους του, φόρεσε τη γνώριμη, σκυφτή του μάσκα, προσπέρασε το απολιθωμένο πλήθος και χάθηκε μέσα στα σκοτεινά στενά.

Εγώ, πάλι, είχα πολλή δουλειά εκείνο το βράδυ. Ήταν η νύχτα του στολισμού των Επιταφίων. Έπρεπε να γυρίσω όλους τους ναούς της πόλης μέχρι αργά και να φωτογραφίσω τους Επιταφίους. Είναι ένα παραδοσιακό ρεπορτάζ που φέρνει πολλά views και πολλά likes από το φιλοθεάμον κοινό. Άξιζε η κούραση και το ξενύχτι.