Στις 23 Μαρτίου του 1839, γεννιέται στον κόσμο το ΟΚ. Το οποίο ΟΚ είναι τελικά ελληνικό. Εντάξει, όχι ακριβώς. Αλλά κάπως έτσι μας αρέσει να λέμε. Και, μεταξύ μας, ποιος θα μας χαλάσει το χατίρι;

Γιατί ναι, οι Αμερικανοί το 1839 έπαιζαν με τις λέξεις, έγραφαν «Oll Korrect» και γελούσαν μεταξύ τους σαν φοιτητές που ανακάλυψαν καινούργια αργκό. Ένα τυπογραφικό αστείο ήταν. Ένα inside joke που ξέφυγε από τα στενά όρια μιας εφημερίδας της Βοστώνης και βγήκε βόλτα στον κόσμο. Και έμεινε. Έκατσε. Ρίζωσε.

Μέχρι εδώ, όλα καλά. Ή μάλλον...όλα ΟΚ.

Εμείς όμως; Εμείς δεν είμαστε λαός που θα αρκεστεί σε ένα τέτοιο πεζό αφήγημα. Θέλουμε δράμα, θέλουμε συγκίνηση, θέλουμε ιδρώτα και αλμύρα. Θέλουμε να δούμε τους δικούς μας ανθρώπους, εκεί στα καράβια της ξενιτιάς, να χαράζουν πάνω σε κιβώτια το «Όλα Καλά». Να το στέλνουν πίσω, σαν μήνυμα επιβίωσης. Σαν απόδειξη ότι αντέχουν.

Και κάπως έτσι, το ΟΚ γίνεται δικό μας. Όχι γιατί είναι. Αλλά γιατί το χρειαζόμαστε να είναι.

Γιατί, ας είμαστε ειλικρινείς: έχουμε μια αδυναμία να βάζουμε την υπογραφή μας παντού. Στις λέξεις, στις ιδέες, στην Ιστορία την ίδια. Μερικές φορές με στοιχεία. Μερικές φορές με φαντασία. Και κάποιες φορές με μια γοητευτική αφέλεια που δεν θέλουμε να αποχωριστούμε.

Και να σου πω και κάτι; Δεν είναι απαραίτητα κακό.

Γιατί μέσα σε αυτή τη μικρή «παραχάραξη» υπάρχει ανάγκη. Ανάγκη να νιώσουμε ότι συμμετέχουμε. Ότι δεν είμαστε απλοί θεατές σε έναν κόσμο που τρέχει. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι κάπου υπάρχει και μια στάλα από το δικό μας φως.

Σήμερα, το ΟΚ είναι παντού. Σε μηνύματα, σε emails, σε κουβέντες που δεν προλαβαίνουν να γίνουν κουβέντες. Είναι η πιο σύντομη απάντηση. Η πιο βολική. Η πιο ασφαλής. Δεν ανοίγει συζητήσεις, τις κλείνει.

Λες «ΟΚ» και τελείωσες. Ή έτσι νομίζεις.

Γιατί πίσω από αυτό το μικρό, ταπεινό «ΟΚ» κρύβονται όλα όσα δεν είπαμε. Όλα όσα προσπεράσαμε. Όλα όσα αφήσαμε να αιωρούνται για να μην μπλέξουμε.

Οπότε ναι. Μπορεί να μην είναι ελληνικό. Μπορεί να γεννήθηκε από ένα λάθος, κάπου αλλού, σε άλλη γλώσσα.

Αλλά η χρήση του; Η ανάγκη του; Η ερμηνεία του;

Ε, αυτό...κάπως μας μοιάζει.