Σαν σήμερα, το 1996, πέθανε ο Νομπελίστας ποιητής Οδυσσέας Ελύτης.

Την πρώτη φορά που «συναντήθηκα» μαζί του ήταν στο προαύλιο του 1ου Γενικού Λυκείου Ναυπλίου, όταν μια καθηγήτρια παλαιάς κοπής ανήγγειλε συγκινημένη στο πλήθος των μαθητών, που την κοιτούσαν σαν χάπατα, πως πέθανε ο μεγάλος, όπως είπε, Οδυσσέας Ελύτης.

Η καθηγήτρια, μέσα στον καημό της για τον χαμό του ποιητή, άφηνε να διαφανεί και μια υποσυνείδητη λαγνεία, ένας κρυφός πόθος. Μου κατέστη σαφές ότι τον γούσταρε. Απόδειξη για του λόγου το αληθές ήταν τα απαξιωτικά λόγια που χρησιμοποίησε για την τελευταία σύντροφό του, νεότερη κατά πολύ από τον ποιητή.

Η νεαρή σύντροφος, μετά από άμεση επικοινωνία που επιδίωξε μαζί της η φιλόλογος του 1ου ΓΕΛ Ναυπλίου, δεν θέλησε να της αποστείλει χειρόγραφες σημειώσεις του Ελύτη, ώστε να διανθίσουν το αφιέρωμα που ήθελε να διοργανώσει στη μνήμη του.

Η άρνηση αυτή έπεσε σαν δεύτερος θάνατος πάνω της. Έτσι, αλλάζοντας συναισθηματικό τόνο, οργίστηκε και σχολίασε αρνητικά, σχεδόν ρατσιστικά, τη νεότητά της. Δικαιολόγησε τον εαυτό της λέγοντας πως θεωρεί ντροπή η πνευματική περιουσία ενός γίγαντα να βρίσκεται στα χέρια ενός ανώριμου κοριτσιού. Έτσι μας είπε.

Εμείς, βέβαια, δεν ενδιαφερθήκαμε καθόλου για το beef μεταξύ των δύο θαυμαστριών του συγχωρεμένου πια Οδυσσέα και περιμέναμε καρτερικά να λήξει άλλο ένα μαρτύριο βαρεμάρας εντός του σχολικού πεδίου.

Η καθηγήτρια όμως το ζούσε. Μετά τη δημόσια κατακραυγή της νεαρής συντρόφου και τη σχεδόν ακούσια παραδοχή ζήλιας, επέστρεψε στις εργοστασιακές της ρυθμίσεις και στον πόθο της για τον χαμένο έρωτα της νιότης. Με τη φωνή να σπάει σε σημεία που δεν αντιστοιχούσαν πάντα στο νόημα των λέξεων, άρχισε να απαγγέλλει. Όχι για εμάς. Για εκείνον. Ή ίσως για μια εκδοχή του εαυτού της, σε μια παράλληλη πραγματικότητα όπου αυτή και αυτός θα στέκονταν σε ένα ακρογιάλι του Αιγαίου και θα μιλούσαν για τα μεγάλα της ζωής και τα μικρά του κόσμου.

Η απαγγελία της ήταν μια απόλυτη καρικατούρα. Μια αποτυχημένη προσπάθεια να ξεπεράσει σε στόμφο και θεατρικότητα την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη. Είχε πιάσει το έρμο το Άξιον Εστί και δολοφονούσε κάθε λέξη και λόγο ύπαρξής του. Πολλά παιδιά που βρίσκονταν στο προαύλιο εκείνη τη στιγμή, δεν ακούμπησαν ποτέ Ελύτη στη ζωή τους, ίσως δεν ακούμπησαν ποτέ κανένα ποίημα στη ζωή τους γενικά, λόγω αυτού του βαρέος οπτικού και ακουστικού τραύματος. 

Πάντως, αν ζούσε ο Ελύτης και την άκουγε να τον δολοφονεί αργά και βασανιστικά, μάλλον δεν θα τον ένοιαζε. Θα ήταν κουλ.

Όπως κουλ θα ήταν, αν συνειδητοποιούσε πως τα λόγια του σήμερα κυκλοφορούν περισσότερο στο διαδίκτυο, σαν αποφθέγματα, για να προσποιηθούν μια ευαισθησία και μια μοναδικότητα σε όσους και όσες τα ποστάρουν, παρά στις βιβλιοθήκες των σπιτιών.

Ο Ελύτης είχε ένα παράξενο προσόν: ξεπερνούσε την παρακμή. Σαν να μην τη βλέπει. Ίσως δεν την έβλεπε πράγματι. Ίσως την έβλεπε και την περιφρονούσε.

Το σίγουρο είναι πως ζούσε μέσα σε έναν δικό του κόσμο. Έναν κόσμο φτιαγμένο προσεκτικά, λιθαράκι λιθαράκι. Έναν κόσμο που αναζητούσε την διαχρονικότητα των πραγμάτων, όχι την ευκαιριακή τους όψη. Γι’ αυτό είναι μεγάλος.