Στο Ναύπλιο, παλιά, ο δρόμος της 25ης Μαρτίου, ο δρόμος που σήμερα γίνονται οι παρελάσεις και στήνεται το εβδομαδιαίο παζάρι, δεν ήταν δρόμος. Ήταν ένα μικρό αλσάκι, με χώμα και πεύκα. Τα δέντρα ξεκινούσαν από τις πλαγιές του λόφου που κρατά το ξακουστό κάστρο της πόλης και κατέβαιναν μέχρι το σημερινό πάρκο κι ακόμα παραπέρα.Φαντάσματα

Το άλσος αυτό ένωνε ό,τι ενώνει σήμερα και ο δρόμος: την παλιά πόλη του Ναυπλίου, δηλαδή αυτό που τότε λεγόταν Ναύπλιο, και τον προσφυγικό συνοικισμό της Πρόνοιας. 

Αντί για δρόμο, λοιπόν, υπήρχε μόνο ένα στενό και χωμάτινο μονοπάτι.

Τα βράδια οι άνθρωποι δύσκολα το διέσχιζαν. Υπήρχαν φήμες πως εκεί μέσα, στο άλσος, ζούσαν φαντάσματα. Στοιχειωμένες ψυχές, εξόριστες. Κάποιος επέστρεφε αργά από το λιμάνι και είδε λευκές μορφές να κινούνται αθόρυβα. Κάποια υπηρέτρια των καλών σπιτιών της παλιάς πόλης, γυρνώντας στο σπίτι της, ένιωσε βήματα πίσω της, ενώ ένας μεθυσμένος περιπατητής άκουσε αλλόκοτους ήχους.

Οι φήμες οργίαζαν. Σε σπίτια, δρόμους και καφενεία. Φανταστείτε, σήμερα, στο Ναύπλιο, με τόση πληροφορία που υπάρχει, πόσες μαλακίες έχετε ακούσει στη ζωή σας από κατοίκους. Πόσα μεγεθυμένα ψέματα. Πόσα fake news. Και φανταστείτε τώρα εκείνη την εποχή, την ασπρόμαυρη και σκοτεινή, χωρίς πληροφόρηση, χωρίς καν ρεύμα, πού θα έφτανε το μέγεθος της ανθρώπινης μαλακίας και δεισιδαιμονίας. 

Το πρόβλημα, βέβαια, ήταν πως υπήρχαν στ’ αλήθεια φαντάσματα. Μόνο που δεν ήταν αληθινά. Δεν ήταν φαντάσματα δηλαδή. Ήταν άνθρωποι ντυμένοι φαντάσματα. Με άσπρα σεντόνια τυλιγμένοι, με μακριά πέπλα και άλλα τέτοια θεατρικά. Ήταν κλέφτες και λωποδύτες. Τρόμαζαν τους ελάχιστους περαστικούς της νύχτας και, σαν θρασύδειλοι, περίμεναν το θύμα να πετάξει από την τρομάρα του τα υπάρχοντά του και να αρχίσει να τρέχει.

Την ιστορία αυτή τη γνωρίζω από διηγήσεις του παππού μου. Ο ίδιος ήταν βέβαιος για την αλήθεια της. Μου είχε πει πως είχε γνωρίσει κάποτε έναν γέρο που έλεγαν στην πόλη πως στα νιάτα του ήταν ατρόμητος. Δεν φοβόταν τίποτα και κανέναν. Ο γέρος αυτός, κάπου στα τελευταία του, νιώθοντας πως πλησιάζει το τέλος, χρησιμοποίησε τον πιτσιρικά τότε παππού μου για να του εξομολογηθεί τις αμαρτίες του. Δεν γνωρίζω τη σύνδεση ανάμεσά τους. Τον εμπιστεύτηκε; Μέθυσαν μαζί και άρχισαν να λένε τα σώψυχά τους; Δεν το γνωρίζω. Το μόνο που γνωρίζω είναι πως ο παππούς μου έγινε για ένα βράδυ ιερέας.

Η κυριότερη αμαρτία του γέρου, την οποία βεβαίως εξομολογήθηκε πρώτη, ήταν η δολοφονία ενός «φαντάσματος». Ο γέρος, όταν ήταν νέο και αγέρωχο παλικάρι, περπατούσε στο μονοπάτι, όταν του την έπεσε ένας ληστής ντυμένος φάντασμα και εκείνος τον σκότωσε. Δεν το είπε ποτέ, γιατί φοβήθηκε μήπως φυλακιστεί. Έκρυψε το πτώμα με κάποιον τρόπο και συνέχισε τη ζωή του. Από τον φόβο μήπως αποκαλυφθεί ποτέ το μυστικό του, πρωτοστάτησε στη διάδοση των φημών και των ψιθύρων για τη στοιχειωμένη περιοχή του άλσους. Εξαιτίας του γεννήθηκαν πολλές τρομακτικές ιστορίες.