Στην καθημερινή του απογευματινή βόλτα στην παραλία του Άλλου Κόσμου, ο Ιωάννης Καποδίστριας ενημερώνεται από συμπατριώτη του, προσφάτως αποβιώσαντα, πως η ζωή και το έργο του, του ίδιου δηλαδή, προβάλλονται στις αίθουσες των ελληνικών κινηματογράφων. Οι αίθουσες γεμίζουν εδώ και τρεις με τέσσερις εβδομάδες, ενώ η ταινία, όπως μαθαίνει, “σπάει ταμεία”.
Χαρούμενος και ευγνώμων, ζητά μερικές ώρες άδεια από τον Άγιο Πέτρο για να επισκεφτεί την πατρίδα. Ο Άγιος Πέτρος, λίγες μέρες μετά τα Χριστούγεννα, δυσκολεύεται να αρνηθεί την άδεια στον Κυβερνήτη. Έτσι, ο Καποδίστριας κατέβηκε μια μέρα ανάμεσά μας, ως πνεύμα.
Όπως είναι γνωστό, τα πνεύματα, όταν επιστρέφουν στη Γη, εμφανίζονται πρώτα στον τόπο όπου άφησαν την τελευταία τους πνοή. Ο Ιωάννης δεν θα μπορούσε να αποτελέσει εξαίρεση. Εμφανίζεται, λοιπόν, στην πόρτα του Αγίου Σπυρίδωνα στο Ναύπλιο. Από εκεί πλανιέται σαν αερικό μέχρι τον τοπικό κινηματογράφο και παρακολουθεί την ταινία που φέρει το όνομά του.
Δυστυχώς, δεν καταλαβαίνει και πολλά. Ο Κυβερνήτης ήταν ευφυής άνθρωπος, όμως η τέχνη του σινεμά έρχεται πολύ μετά από την εποχή του. Οι εικόνες περνούν γρήγορα από μπροστά του και οι δυνατές φωνές και μουσικές των ηχείων του δημιουργούν σύγχυση. Βγαίνοντας από την αίθουσα, δεν έχει τη διάθεση “δείτε τι ωραία με έκαναν”. Έχει τη διάθεση ανθρώπου που παρακολούθησε μια συνεδρίαση όπου όλοι μιλούν για εκείνον, χωρίς εκείνον.
Δεν τον μπέρδεψε μόνο η γλώσσα του κινηματογράφου, την οποία δεν γνωρίζει. Τον μπέρδεψε κάτι πιο γνώριμο: το πόσο γρήγορα μια δημόσια εικόνα γίνεται πεδίο σύγκρουσης.
Στην είσοδο, δύο θεατές συζητούν με ένταση, σαν να έχουν βγει από πολιτική εκδήλωση.
«Επιτέλους τον δικαίωσε», λέει ο πρώτος. «Έδειξε τι τράβηξε, τι πάλεψε να φτιάξει από το μηδέν».
«Τον εξωράισε», απαντά ο δεύτερος. «Τον έκανε άγιο και τους άλλους καρικατούρες. Όλη η ταινία είναι μια καρικατούρα. Αυτό δεν είναι ιστορία, ούτε σινεμά, είναι ανάθεση ρόλων».
Ο Καποδίστριας στέκεται δίπλα τους και ακούει τη συζήτηση προσεκτικά. Το μοτίβο της κουβέντας του είναι γνωστό: διχασμός, ήτοι η διαφωνία δεν κατέληγε πουθενά παρά μόνο ο καθείς να πιστεύει όλο και περισσότερο την αρχική του άποψη. Ο Καποδίστριας βαρέθηκε, το είχε ξαναδεί άλλωστε αυτό το έργο πολλές φορές και περπάτησε λίγα μέτρα πιο πέρα, προς το πάρκο, για να γλιτώσει τη φασαρία των παράλληλων μονολόγων. Στέκεται απέναντι από το μεγάλο poster της ταινίας, εκείνο που τον δείχνει “φωτισμένο” από μια υπερβολικά επιμελημένη δέσμη. Το πρόσωπό του έχει γίνει γραφιστικό στοιχείο. Η ιστορία του, αν είναι όντως η ιστορία του, έχει γίνει προϊόν προς πώληση.
Τουλάχιστον, σκέφτεται, ο τοπικός κινηματογράφος, αυτή η μικρή επιχείρηση της πόλης ή της διπλανής πόλης ή της παραδιπλανής πόλης, έχει αρκετούς πελάτες εξαιτίας του. Σκέφτεται πως συμβάλλει με κάποιο τρόπο, έστω πρόσκαιρα, στην ευημερία κάποιων συμπολιτών του.
Κι ύστερα, με αυτή τη θετική σκέψη ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, επιστρέφει στον Άλλο Κόσμο μέσω του λευκού του αγάλματος.
0 Σχόλια