Περπατούσα χαράματα στο Ναύπλιο, και κάπου στον Ψαρομαχαλά – εκεί που η πέτρα κρατάει ακόμα την δροσιά της καλοκαιρινής νυκτός – από μια γωνιά, πίσω από κάτι διπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα, ξεπρόβαλε ένα από τα πολλά φαντάσματα του Ναυπλίου.

Απορριμματοφόρο εγκλωβισμένο στον Ψαρομαχαλά Ναυπλίου από διπλοπαρκαρισμένα Ι.Χ.

“Φίλε,” μου φωνάζει, 'φίλε", “σήμερα έχουμε κωμικοτραγικό σκηνικούλι στη γειτονιά”.

Κι άρχισε να με οδηγεί, με το χαμόγελο του τύπου που έχει δει και πολιορκίες και πανηγύρια και σχεδόν όλες τις ερωτικές περιπτύξεις ανθρώπων σε σκοτεινά σημεία της πόλεως, λίγα μέτρα πιο κάτω. Εκεί που είδα με τα ίδια μου τα μάτια την περιπέτεια ενός απορριμματοφόρου που ξημερώματα Κυριακής βρέθηκε εγκλωβισμένο από κάτι παρκαρισμένα Ι.Χ. που είχαν αποφασίσει να κάνουν το στενό δικό τους. Ώρα 5:50. Ούτε σκυλί δεν κυκλοφορούσε – μόνο οι κάδοι, οι εργαζόμενοι και η δροσερή μυρωδιά του επερχόμενου ξημερώματος.

“Βλέπεις, φίλε μου,” συνέχισε το φάντασμα με την εμπειρία ζωής και θανάτου που το διακατέχει, “έρχονται οι Τσιμεντόβλαχοι με τα αυτοκίνητά τους και δεν μας αφήνουν να μαζέψουμε τα σκουπίδια μας”. Κι έπειτα χάθηκε μέσα στο τελευταίο σκότος της βραδιάς.

Δυστυχώς δεν πρόλαβα να του απαντήσω πως το πρόβλημα δεν είναι μόνο οι Τσιμεντόβλαχοι, κοινώς οι Αθηνάνθρωποι. Είναι όλοι. Ξένοι και ντόπιοι. Είναι κυρίως η έλλειψη περιπατικής κουλτούρας της πόλης. Στο Ναύπλιο, όλο και περισσότερο, χρόνο με το χρόνο, χάνονται οι περιπατητές, οι βολταδόροι. Σχεδόν οι πάντες πλέον, ξένοι, ντόπιοι και λοιποί, επιθυμούν να παρκάρουν εκεί ακριβώς που μένουν ή που θέλουν να πάνε, αδιαφορώντας για τον δημόσιο χώρο.

Συνέχισα λοιπόν κι εγώ τη βόλτα μου μέσα στον ελάχιστο πια δημόσιο χώρο που μου αναλογεί μέχρι να βρω το αυτοκίνητό μου, κάπου πεταμένο στη μέση ενός δρόμου.