Ένα βράδυ τουτουνού του καλοκαιριού, δυο μικρά κοριτσάκια 3, 4, το πολύ πέντε χρονών, έτρεχαν ανέμελα κατά τις 10 το βράδυ, στην πλατεία του Αγίου Γεωργίου στο Ναύπλιο.

Ναύπλιο - Εκκλησία Αγίου Γεωργίου
Εκκλησία Αγίου Γεωργίου, Ναύπλιο

Η πλατεία αυτή είναι ένας αληθινός θησαυρός μέσα στην καρδιά της παλιάς πόλης. Κέντρο-απόκεντρο, ποτέ δεν πλημμυρίζει από τα πλήθη των άλλων σημείων της πόλης, απλωτή, γεμάτη παγκάκια στα γύρω-γύρω, κατάλληλη για μια μικρή στάση ξεκούρασης, κατάλληλη για ένα χαλαρό άραγμα με παγωτάκι ή καφέ παρατηρώντας τον κόσμο που βολτάρει από μια απόσταση ασφαλείας, μια ωραία πλατεία τέλος πάντων. Διαφορετική.

Κι ενώ τα δυο μικρά κοριτσάκια έπαιζαν, μαζεύτηκαν πολύ γρήγορα και άλλα μικρά παιδάκια περαστικών ή γνωστών που βρήκαν την ευκαιρία να απολαύσουν το ωραίο στασίδι της πλατείας και να κοινωνικοποιηθεί και λίγο το πιτσιρίκι τους. Σύνολο να υπήρχαν 6-7 παιδάκια που απλά έτρεχαν, γέλαγαν και διασκέδαζαν χωρίς να υπερβαίνουν τα παραγώμενα ντεσιμπέλς τους τα ντεσιμπέλς του γενικότερου θορύβου πέριξ της πλατείας. 

Κατά τις 10 και τέταρτο όμως, κατεβαίνει μια γιαγιά από κάποιο σπίτι της πλατείας, σκανάρει τις φάτσες όλων των ανθρώπων της πλατείας, αναγνωρίζει τους γονείς ανάμεσα στο πλήθος, τους πλησιάζει και τους ενημερώνει με τρόπο μειλίχιο και συγκαταβατικό πως η πλατεία δεν είναι για μικρά παιδιά. Για μικρά παιδιά είναι οι παιδικές χαρές, η πλατεία Συντάγματος και τα πάρκα. Η δε πλατεία και τα σπίτια τριγύρω της έχουν πολύ έντονη ακουστική. Κάτι σαν το Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Αυτό το τελευταίο δεν το είπε αλλά συνεπάγεται από τα συμφραζόμενα. Οι γονείς, καθότι γονείς, αρχίζουν να σιφιλιάζουν τα εγκεφαλικά τους κύτταρα, κυκλώνουν τη γιαγιά και με ευγενικό τρόπο αλλά και με μπόλικη υφέρπουσα τσαντίλα, την ενημερώνουν πως δεν είναι ώρα κοινής ησυχίας, πως δεν υπάρχει νόμος περί χρήσης ή μη πλατειών, τουλάχιστον κάποιος που να σχετίζεται με παιδικό παιχνίδι και γενικώς της είπαν πως αν έχει κάποιο πρόβλημα ας φωνάξει επί τόπου την αστυνομία.

Η γιαγιά, διατηρώντας το μειλίχιο ύφος και το συγκαταβατικό, είπε πως δεν φταίνε τα παιδιά τελικά αν ανατρέφονται από τέτοιους γονείς, το «τέτοιους» ειπώθηκε με μια υποψία υποτιμητικού ύφους, είπε πως γι’ αυτό η Ελλάδα έχει τέτοια χάλια (εδώ η δεικτική αντωνυμία «τέτοιος, -α, -ο» οριστικοποίησε την υποτιμητική της σημασία μέσα στον διάλογο), και αποχώρησε.

Ο γράφων είναι ένας από τους γονείς που συμμετείχε στον διάλογο και μεταφέρω τα λόγια σχεδόν αυτούσια. Κάποιοι γονείς επίσης, γνωρίζοντας πως γουστάρω να ασχολούμαι με γραφικές συμπεριφορές αυτοχθόνων ιθαγενών, με παρακίνησαν να γράψω για το περιστατικό. Όσο περνούσαν οι μέρες όμως δυσκολευόμουν.

Η δυσκολία έγκειται στη σύγκρουση εντός μου δυο διαφορετικών συναισθηματικών κόσμων. Από τη μία βόλταρε μέσα μου η ειρωνεία και ο σαρκασμός. Να την ειρωνευτώ τη γιαγιά. Να γίνω υπεράνω, να νιώσω ανώτερος και να τη δείξω κι εγώ με τη σειρά μου. Όπως έκανε αυτή σε μένα. Να τη δείξω κι εγώ και να πω «να, τέτοιοι σκατάνθρωποι ζουν ανάμεσά μας». Να πω κι ένα χιουμοριστικό αποφθεγματάκι τύπου «η γιαγιά ήθελε την πλατεία τόσο σιωπηρή σαν spoiler για τη ζωή της εν τάφω» και να κλείσω το κείμενο σκληρά και φουλ επιτιθέμενος.

Από την άλλη όμως, βόλταρε μέσα μου και υπερίσχυσε τελικά ο οίκτος. Η λύπηση. Όσο περνούσαν οι μέρες τη λυπήθηκα τη γιαγιά. Ένας δυστυχισμένος άνθρωπος είναι. Μια ψυχή που κάποτε χρειαζόταν βοήθεια. Έναν άνθρωπο, μια αγκαλιά, μια κουβέντα, ένα τηλεφώνημα, μια αναγνώριση, μια νίκη, χρειαζόταν κάτι και δεν το πήρε ποτέ. Η γιαγιά είναι μια ύπαρξη σαν δεκάδες παρόμοιες γύρω μας. Μια τραυματισμένη ύπαρξη που θέλει να μοιράσει τα τραύματά της σε άλλους ανθρώπους γιατί δεν τα αντέχει άλλο να τα κουβαλάει.

Και τώρα πια, στα βαθιά γεράματα, έχει λοκάρει ο εγκέφαλος στην απονιά του κόσμου ετούτου και άντε να τον αλλάξεις. Το λειτουργικό δεν κάνει update, ούτε αντέχει καν μια κάποια επανεκκίνηση. Τη λυπάμαι τη γιαγιά. Τέλος. Ο θεός να την έχει καλά και να της συγχωρεί πάντα όλα της τα λάθη.

Τα παιδιά πάντως θα συνεχίζουν να παίζουν εκεί σε κάθε ευκαιρία. Είναι ωραία πλατεία. Διαφορετική.