Σήμερα, λέει, κλείνουν εξήντα οκτώ χρόνια από τότε που έφυγε ο Νίκος Τσελεμεντές. Κι εγώ, κάθε φορά που ακούω το όνομά του, δεν σκέφτομαι το βιβλίο. Σκέφτομαι μια κουζίνα λίγο στενή, λίγο αχνισμένη, λίγο κουρασμένη από τη ζωή, με νεύρα, ακαταστασία και μια παράλογη εμμονή στη λεπτομέρεια. Σαν τις ελληνικές οικογένειες.

Γεννήθηκε στη Σίφνο, στα Εξάμπελα, το 1878. Τότε που οι άνθρωποι έτρωγαν για να αντέχουν. Κι εκείνος μεγάλωσε για να μας μάθει να τρώμε για να παρηγοριόμαστε.

Έφυγε νέος απ’ το νησί, γύρισε Ευρώπες και Αμερικές, έμαθε τρόπους, σάλτσες, κατσαρόλες που δεν τσιρίζουν όταν τις ακουμπάς στο μάτι. Και μετά γύρισε πίσω. Όχι για να μας εντυπωσιάσει. Για να μας...διορθώσει.

Γιατί αυτό έκανε ο Τσελεμεντές. Διόρθωσε τη μοίρα του φαγητού μας. Πήρε τον μουσακά, που μέχρι τότε ήταν ένας τίμιος σωρός από μελιτζάνες με παρελθόν, και του έβαλε από πάνω μπεσαμέλ. Σαν σεντόνι καθαρό σε κρεβάτι ταλαιπωρημένο.

Και ξαφνικά, το σπίτι έγινε λίγο αστικό. Η κουζίνα λίγο ευρωπαϊκή. Το νοικοκυριό λίγο πιο γκουρμεδιάρικο. Λίγο.

Το βιβλίο του δεν ήταν απλώς συνταγές. Ήταν ένα ευγενικό ψέμα: ότι όλα μπορούν να γίνουν καλύτερα, αρκεί να έχεις βούτυρο, υπομονή και ένα σύρμα για ανακάτεμα.

Από τότε, στην Ελλάδα, δεν ζητάμε «το βιβλίο μαγειρικής». Ζητάμε «τον Τσελεμεντέ». Σαν να είναι άνθρωπος του σπιτιού. Σαν να κάθεται στην καρέκλα και να λέει χαμηλόφωνα: «Βάλε ένα τσικ αλεύρι παραπάνω κι ένα τακ δυόσμο». Σαν να εννοούμε, χωρίς ενοχές, κάποιον που ξέρει να μαγειρεύει καλύτερα κι απ’ τη μάνα μας, τη γιαγιά μας, τον πατέρα μας και τον παππού μας.

Πέθανε στις 2 Μαρτίου του 1958. Ογδόντα χρονών. Χορτάτος από ταξίδια, από κουζίνες, από κατσαρόλες και από μια ήσυχη αλλά μεγάλη πολιτισμική επανάσταση.