Στη γωνία Μπουμπουλίνας και Βασιλέως Παύλου συναντήθηκαν δυο κυρίες. Θα έλεγες καλοβαλμένες. Η μία πιο καλοβαλμένη από την άλλη. Πιο σινιέ. Φαινομενικά πιο πλούσια. Το φανέρωνε κιόλας ο πιο βέβαιος τόνος της φωνής της. Η άλλη πιο καθημερινή. Πιο φτωχιά.
Δεν ήταν φίλες. Ήταν γνωστές. Χαιρετήθηκαν αμήχανα, ξαφνιάστηκαν που συναντήθηκαν, κι όπως γίνεται σ’ αυτές τις μικρές κοινωνικές ενέδρες, άνοιξαν το κουτί του καιρού. Κρύο, βροχή, «μας πήρε ο χειμώνας». Τα τυπικά για να πεις κάτι, μη φανείς αγενής ή αντικοινωνικός, ενώ κατά βάθος δεν θες να πεις απολύτως τίποτα. Πολύ γρήγορα όμως αυτή η τυπική κουβέντα πήρε περίεργες διαστάσεις.
Η μία κυρία, η πλούσια, η πιο πλούσια για την ακρίβεια, μέσα από τα λεγόμενά της, ανησυχούσε πολύ για τα ακραία καιρικά φαινόμενα. Έτσι έλεγε. Η άλλη όμως, η πιο φτωχιά, πίστευε πως η προβολή του φαινομένου γίνεται με όρους τρομοκρατικής προπαγάνδας, μέσω υπερβολικών φόβων που διασπείρει το σύστημα στις ψυχές των πολιτών, με στόχο να απομακρύνει τον άνθρωπο από τη φύση και το περιβάλλον. Να τον αποξενώσει. Να τον απομονώσει ολοκληρωτικά.
Δεν υπήρχε πλέον αμφιβολία πως παρακολουθούσα με αμείωτο ενδιαφέρον, περιμένοντας δήθεν έναν φίλο, τη σύγκρουση δυο κόσμων. Το παράδοξο της υπόθεσης, και καθώς η κουβέντα έπαιρνε ξεκάθαρα πολιτικές διαστάσεις, είναι πως η φιλοκυβερνητική κυρία, η πιο πλούσια, δεν πίστευε στην κλιματική κρίση. Η άλλη, η περιπλέουσα στα χάη μιας απροσδιόριστης αντιπολίτευσης, πίστευε στην κλιματική κρίση.
Ήθελα να ρωτήσω τη μία, αφού φοβάσαι για τα καιρικά φαινόμενα, αφού θεωρείς σωτήριο τον συναγερμό του 112 για μια απλή ποτιστική βροχούλα, γιατί δεν πιστεύεις πως το κλίμα αλλάζει ανησυχητικά. Ήθελα να ρωτήσω και την άλλη πώς πιστεύει σε μια κλιματική κρίση χωρίς ακραία καιρικά φαινόμενα. Ήθελα να ρωτήσω, να πεταχτώ σαν τον άκυρο και να τους κάψω τα εγκεφαλικά κύτταρα. Αλλά δεν το έκανα. Έκατσα ήσυχα και παρακολούθησα την κουβέντα μέχρι τέλους.
Η λήξη της συνεδρίασης επήλθε, όπως συνήθως συμβαίνει, με παρέμβαση του ανώτερου μέλους. Με το μέλος που νιώθει πως κατέχει την κυρίαρχη άποψη. «Άστα αυτά τώρα», είπε. «Την υγεία μας να έχουμε». Σε αυτό το σινιάλο της αυλαίας συμφώνησε και το κατώτερο μέλος, για να προσποιηθεί κι αυτό ανωτερότητα. Αποχαιρετήθηκαν το ίδιο αμήχανα με μια υποσχετική ενός καφέ που δεν θα έρθει ποτέ και χάθηκαν στον ορίζοντα των δρόμων τους.
Έμεινα στη θέση μου για λίγο ακόμα περιμένοντας τον φανταστικό μου φίλο. Δεν ήθελα να με πάρουν χαμπάρι.

.png)
0 Σχόλια