Το Ηµερολόγιο

Όταν χωρίσατε δεν βγήκες πάλι έξω...Τύπωσες µε επιµέλεια και έκανες σµίκρυνση σε όλα τα ερωτικά sms και email που της είχες στείλει όλους αυτούς τους καλοκαιρινούς µήνες του έρωτά σας, φτιάχνοντας µε θερµοκόλληση ένα ιδιότυπο µίνι ηµερολόγιο, όπως αυτά που κρέµαγε η µητέρα σου στην κουζίνα µε τα µικρά τετράγωνα αυτοκόλλητα χαρτάκια, µε τις ηµερολογιακές σελίδες, τις παροιµίες, τις συνταγές µαγειρικής και τα στιχάκια στο πίσω µέρος τους. Πιτσιρικάς τότε κάθε πρωί πριν πας στο νηπιαγωγείο ανέβαινες στην καρέκλα και ξεκόλλαγες µε αγωνία και ανυποµονησία µια σελίδα του, απαραίτητη διεργασία για το ξεκίνηµα της µέρας σου. Έτσι και τώρα κάθε πρωί ξεκόλλαγες καθηµερινά µια σελίδα µε τα τυπωµένα µηνύµατα που της έστελνες για µήνες και την διάβαζες µε ξεχωριστή αγωνία και έκπληξη, σαν ηµερολόγιο, πολλές φορές πριν πιεις καν νερό. Μετά ζωγράφιζες στο πίσω µέρος τους µε το ξεχασµένο κραγιόν της, ένα αφηρηµένο ολόγραµµα. Κάποια µοιάζανε σαν να τα είχε γράψει κάποιος άλλος και όχι εσύ. Τα µάζευες όλα και τα φύλαγες προσεκτικά σε ένα ψάθινο χειροποίητο αγαπηµένο baboo καλάθι που είχες φέρει από την Τζαµάικα, περιµένοντας µε αγωνία να ξανακάνεις το ίδιο την επόµενη ηµέρα.

.Τετάρτη 9 Ιουνίου 22.35

«345611 δευτερόλεπτα ακόµα µέχρι να σε δω.

Ʃκέψου αγάπη µου, ίσως κανένας σε αυτή την πόλη, σε αυτή την γη, να µην νιώθει έτσι απόψε για σένα, αυτή την ζεστή νύχτα, να µην τρέµει µε σπασµούς, να µην µετράει τα δεύτερα φιθυρίζοντας, πόσο τυχεροί είµαστε να λαχταριόµαστε έτσι, τόσο συναρπαστικοί κοριτσάκι µου, σχεδόν αθάνατοι όταν µας χαρίζονται έτσι όλα. 336476 δευτερόλεπτα ακόµα µέχρι να σε δω, να σε γεµίσω...»

. Παρασκευή 18 Ιουνίου 04.12

«Μούσκεψες όταν σου είπα ότι θα σε βουτάω γυµνή ξηµέρωµα στην θάλασσα για να σε ξεπλένω από το σπέρµα µου; Ότι θα σε κρατάω τρυφερά στις χούφτες µου σαν πεταλούδα στις υπέροχες σιωπές µας; Πόσο εξιλεωτικά τελείωσα µέσα σου χτες...»

. Τρίτη 29 Ιουνίου 00.23

«Τέτοια φρεσκάδα δεν ένιωσε ποτέ κανένας, αγγίγµατα που ξεριζώνουν πλατάνια, σφιξίµατα που ξεδιπλώνουν σηµαίες, γιατί τα µάτια σου είναι σαν λέξεις σε αφρό κυµάτων φουσκοθαλασσιάς, περιδίνηση στο κέντρο κυκλώνα, εκεί στην µαύρη τρύπα του, λένε πως παράξενα δεν ακούγεται τίποτα, ενώ όσο ξεδιπλώνεται, κοµµατιάζει τα πάντα στο πέρασµά του. Ʃε αυτή την δίνη µε άφησες, εκεί στροβιλίζοµαι χωρίς κανένα ήχο, µια γαλήνη, ένα µούδιασµα, ακόµα και τα αυτιά µου έγιναν χέρια για να σε αγκαλιάσουν, για να σε χορτάσουν, θέλω χίλιες νύχτες σαν και αυτή και πάλι λίγες είναι...»

. Ʃάββατο 3 Ιουλίου 03.17

«Όταν σε αγκαλιάζω είναι σαν να αγκαλιάζω ένα σύννεφο, τόσο απαλή είσαι, µια Ινδή πριγκίπισα ντυµένη στα λευκά για µια ακόµη νύχτα γάµου, δεν έχω ανάσες πια γιατί µου τις πήρες όλες εσύ, µε δυσκολία ανοίγω πλέον την πόρτα και το µαξιλάρι µου καίει και έγινε βράχος, το παράθυρο της ψυχής µου είσαι εσύ, µυρίζω µόνο εσένα, δεν έχω πλέον γεύσεις, γιατί το στόµα µου έχει γεµίσει µε κοµµάτια σου, θέλω να σε ακουµπάω µόνο, να νιώθω τους χτύπους σου και κάθε ανάσα σου χωριστά, την µυρωδιά σου, να φιλάω το τελείωµα των χειλιών σου όταν είναι κλειστά».

. Δευτέρα 12 Ιουλίου 04.52

«Οι κραυγές µας ακούγονται στο Αιγαίο, σαν κάποιο ακαθόριστο αποδηµητικό πουλί στο ξύλινο κατάστρωµα καθώς πλέουµε, µέσα σου κάθε στιγµή, νωχελικά από την ατέλειωτη αφοσίωση, µια καληµέρα, ένα φιλί µε αλάτι, πού πήγε η θάλασσα; Τα κύµατα; Αυτές οι λάµψεις όλη νύχτα από πού έρχονται; Κολυµπάµε, να σε σκεπάσω προσπαθώ µε τον µηρό µου, το σεντόνι χάθηκε στον αφρό της θάλασσας, να σε γλείψω, να ξεδιψάσω, το στόµα µου στεγνό, το σπέρµα ξεραµένο παντού στα κορµιά µας τραβάει το δέρµα και τις ανάσες µας, θα σκύψω στο βλέµµα σου, θα προσπαθήσω να συλλαβίσω τα πρωινά όνειρά σου, να καταλάβω αν µε αγαπάς...»

. Πέµπτη 29 Ιουλίου 18.41

«Έχω ακριβώς τα ίδια συναισθήµατα πενταήµερης, την ίδια ταραχή, την ίδια προσµονή όπως όταν κοιτάµε τον ίδιο διάδροµο απογείωσης, µια γλυκιά λύπη αγκαλιάζει το κορµί µου, το εξασθενεί ένα τεµπέλικο υγρό καλοκαιρινό απόγευµα, µε κάνει επαίτη για το επόµενο άγγιγµά σου, µουδιάζει ο πόνος κι έρχεται η έξαψη µαζί µε την καλοκαιρινή µπόρα. Έµαθαν τα κορµιά και οι ψυχές µας κάθε νύχτα να ταΐζονται µε στοργή, γιατί είµαστε µια γλυκιά προέκταση, οι καλύτεροι κολυµβητές, αεροπόροι, µαχητές, τρίζουν όλα κι η φλούδα της ψυχής µου µαζί. Γιγαντώνοµαι, αδειάζω, ξαναπέφτω και βουλιάζω...»

. Τετάρτη 10 Αυγούστου 01.23

«Αυτή η καταιγίδα που νιώθω για σένα µε διαλύει, γιατί δεν είσαι άνθρωπος εσύ, είσαι δύτης καλός, σου χρωστάω όλα τα αγγίγµατα, τους ψιθύρους, τις εκπνοές. Όταν το σάλιο σου φωσφορίζει µέσα µου εκµηδενίζοµαι, λιώνω και ξαναγίνοµαι πέτρα καθώς βουλιάζω στην αλµύρα σου, δεν θα κοιτάξω πάλι άλλη θάλασσα, θα στερηθώ τα αρώµατα, θα πάψω να µιλάω, να ρωτάω, να τρώω, θα καταπίνω µόνο εσένα, φοβάµαι λίγο, µάλλον τρέµω, πώς θα τους το πούµε; Θα γελάσουν µε το ότι υπάρχει τελικά άλλη µια αίσθηση, όπως όταν λειαίνεις την λύπη µου, σε ένα µάγουλο αυγερινού...»

. Κυριακή 22 Αυγούστου 20.12

«Ʃε ευχαριστώ για τα σφιξίµατα, την αγωνία, την νοσταλγία, την θάλασσα, την απαλότητα, την ζάλη, τον φόβο, την λαχτάρα, τα χρώµατα, τις µουσικές, τα αναφιλητά, τα ξεσκίσµατα, τις κραυγές, τις ανάσες, το κυνήγι, το τάισµα, το πάγωµα, την έξαψη, τα κέικ, τις γεύσεις των µατιών, τις µυρωδιές των ήχων, τα κορµιά-φερµουάρ, την ζήλεια, την σιωπή, το γέλιο, την προσµονή, το ζεστό ψωµί στα χείλη, το λιώσιµο, τα σµαράγδια, την αφόρητη πείνα, τα πανηγύρια, τις φαντασιώσεις, την ανυποµονησία, την κάβλα, τα µουδιάσµατα, το στυλ, τους κύκνους, τις βουτίτσες, την σοκολάτα, τους χορούς, την ατέλειωτη λύσσα να σε δω!»

. Παρασκευή 27 Αυγούστου 04.22

«Δεν έχει σηµασία πια τι θα συµβεί, τι θα σκεφτούµε πάλι για να πληγωθούµε, γιατί αυτή η αίσθηση γαλήνης, όταν όλα θαµπώνουν, όταν µε καταπίνει το κορµί σου, όταν απλώνω τις ανάσες µου πάνω του, η αύρα σου τροφή µου, αυτό που νιώθουµε είναι ένα ατόφιο άλογο που τρέχει νύχτα στην φωτισµένη εθνική, θέλω απλά να σε κατασπαράξω, να κουµπώσω, ακόµα και οι σιωπές µας έχουν το κεντρί µιας µέλισσας, δεν χρειάζεται να µε φωνάζεις πια, δεν έχω όνοµα, να µε ζωγραφίζεις θέλω, να µε ψηλαφίζεις, σε βρίσκω στα ψηµένα αµύγδαλα, στο ζεστό ψωµί, στην λαχτάρα µου για την άβυσσο, έρµαιό σου».

. Δευτέρα 6 Ʃεπτεµβρίου 07.56

«Όσοι πέρασαν παλιά από πάνω σου, µια ανέπαφη συναλλαγή, µηδαµινοί αδιάφοροι. Ʃε σκίζω, σε γδέρνω, σε σκάβω βαθιά... Έτσι είναι αυτή η αγάπη, τσούζει....Οι ατόφιες αγάπες έτσι είναι... Πεινάνε, πονάνε, λαχταράνε... Νιώθεις το κύµα; Είµαι πρησµένος από τον πόθο µου για σένα. Η ψυχή µου µουδιάζει από τον πόνο µου για σένα... Ʃτροβιλίζοµαι ...Ζαλίζοµαι ....Αλαφρώνω ... Ακούω τα πουλιά της νύχτας να φωνάζουνε πάλι, καλούν τους εραστές, έρµαια τής Ʃελήνης , να αγαπηθούν και πάλι...»

. Τετάρτη 15 Ʃεπτεµβρίου 07.56

«Να ξέρεις ότι τις νύχτες που είµαστε χώρια, δεν κοιµάµαι, µένω άγρυπνος για να σε προσέχω, να σε σκεπάζω, να σιγουρευτώ ότι ανασαίνεις, αφήνω πάντα την πόρτα µισάνοιχτη για να µην φοβάσαι, σου ψιθυρίζω και παροµοιάζω όλα τα σηµεία του κορµιού σου µε φρούτα, γιατί πάντα αποκαµωµένη από τα φιλιά µου λυγίζεις και κοιµάσαι πάντα πρώτη».

. Πέµπτη 23 Ʃεπτεµβρίου 00.00

«Ʃου έχω γράψει τόσα. Αν κάποιος ρωτήσει τι από όλα αυτά είσαι;Είσαι απλά ο θησαυρός µου...» ...Έτσι όταν πέρασαν εβδοµάδες αϋπνίας και αγωνίας, χωρίς να βγεις ή να δεις κανέναν και διάβασες και την τελευταία σελίδα από το περίεργο ηµερολόγιό σου, κάθησες αποφασιστικά στο πάτωµα του καθιστικού σου ανάµεσα από ρούχα, αποφάγια, πλαστικές και χάρτινες συσκευασίες ταχυφαγείων, πήρες το πολύτιµο καλάθι που ήταν γεµάτο µε τις σελίδες των µηνυµάτων σου ανάµεσα στα πόδια σου και αγκαλιάζοντάς το, το άνοιξες προσεχτικά, σχεδόν µε ευλάβεια, τελετουργικά και άρχισες να βγάζεις τις σελίδες µία-µία σαν ένα ατέλειωτο χάρτινο φίδι, κόβοντάς τες ταυτόχρονα µε φροντίδα και ακρίβεια σε ολόισιες µικρές, τιποτένιες, παράλληλες λωρίδες. Μετά αρχίζεις να τις διπλώνεις µε µαεστρία σούσι-σεφ σε ισοµερείς µικρούς κυλίνδρους, ψιθυρίζοντας αµήχανα συγχρόνως κάτι ακαταλαβίστικο: «Φλικ-φλακ, τικ-τακ.» Κλείνεις τα βλέφαρα µε ανακούφιση για να ακούσεις το γέλιο της, βρίσκεις ένα ξύλινο ζευγάρι πεταµένα χρησιµοποιηµένα chop sticks, χαρούµενος τα βάζεις µε επιδέξιες κινήσεις ανάµεσα στα δάκτυλα, κάνεις στον αέρα µια επιδεικτική κίνηση µαέστρου και τσιµπάς την πρώτη µικρή κυλινδρική σελίδα βάζοντάς την στο πληµµυρισµένο πλέον από δάκρυα στόµα σου, σιγά-σιγά, αργάαργά, µία-µία, όλες στο στόµα σου, τις µασάς µε υποµονή και τις καταπίνεις µε λυγµούς, τις τρως αργά, ασταµάτητα για ώρες ολόκληρες µε αφοσίωση, εµµονή και χαρά ταυτόχρονα, γελώντας µε τραγικούς σπασµούς δακρύων, ουρλιάζοντας γοερά ακαταλαβίστικα επιφωνήµατα απόγνωσης γεµάτος αφρούς µε σάλια και υγρά να τρέχουν παντού από το πρόσωπό σου, προφέροντας µε τροµακτική λαχτάρα και έξαψη το όνοµά της...

Νίκος Τσιπόκας

Το διήγημα δημοσιεύτηκε στην έντυπη έκδοση του περιοδικού Νitro, τεύχος 5, καλοκαίρι 2022

Ο Νίκος Τσιπόκας είναι συγγραφέας. "Τα αχνά φώτα της Μάρφα" είναι το τέταρτο βιβλίο του που κυκλοφόρησε τον Μάιο από τις εκδόσεις Κέδρος.