Διαβάζοντας το βιβλίο, ξανά και ξανά, μία ερώτηση παρέμενε διαρκώς μέσα στο μυαλό μου. Μια ερώτηση με διαφορετικές διατυπώσεις αλλά πάντα την ίδια ουσία. 

 

Έχει πεθάνει άραγε η ιστορία; Ζούμε το τέλος της; Ζούμε σε μια εποχή ιστορικά νεκρή; Οι ερωτήσεις αυτές δημιουργούσαν ακόμα περισσότερες ερωτήσεις. Τί χρειάζεται η ιστορία για να αναστηθεί. Τί χρειάζεται για να φύγει από την ψυχρή και βαρετή θηλιά των σχολικών βιβλίων και των ακαδημαικών αναλύσεων; Τί χρειάζεται για να υπάρξει πέρα από ιδεολογίες και φτιαχτά εθνικά οράματα; 

Η απάντηση δίνεται μέσα στο βιβλίο του Τόλη Κοΐνη. 

Η ιστορία για να υπάρξει, χρειάζεται μια ζωντανή εξιστόρηση. Χρειάζεται μια λαϊκή γλώσσα, ένα αστυνομικό μυστήριο προς αναζήτηση της αλήθειας, κάποιους κρυμμένους μύθους, μερικές σκόρπιες συνομωσίες και όλα τα ανθρώπινα συναισθήματα. Χρειάζεται με άλλα λόγια αληθινό ανθρώπινο πόνο. 

Μια τέτοια ιστορία δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς έναν ικανότατο εξιστορητή. Κι ο Τόλης, αν και μαθηματικός, είναι ένας υπέροχος εξιστορητής. Θα ήταν επίσης ένας ικανότατος και πολύ αποτελεσματικός Καθηγητής Ιστορίας αλλά σε κάποιο άλλο εκπαιδευτικό σύστημα. Όχι το Ελληνικό. Σε κάποιο ουτοπικό σχολείο που κύριο μέλημά του θα ήταν  να εμφυσήσει στους μαθητές και τις μαθήτριες την ενσυναίσθηση του παρόντος. Γιατί βασικός πυρήνας κάθε ιστορικής αφήγησης του βιβλίου είναι η σχέση της ιστορίας με το κάθε παρόν της. Μια σχέση τόσο στενή που συχνά καταστρέφει τη γραμμικότητα του χρόνου και δημιουργεί φανταστικές πραγματικότητες. Ψέμματα και παραμύθια. 

Έτσι ο ικανός εξιστορητής γίνεται κι ένας επιδέξιος ψεύτης. Ο Τόλης Κοΐνης λοιπόν μας λέει ψέμματα και το κάνει συνειδητά. 


Ψέμα πρώτο. Οι Οθωμανίδες Κυρίες του Ναυπλίου. Οι κυρίες στον τίτλο του βιβλίου. 

Μέσα στα 17 διηγήματα του βιβλίου οι Οθωμανίδες κυρίες αναφέρονται ελάχιστα. Νομίζω μόλις σε 3 διηγήματα. Ένας  ερωτεύτηκε μια από τις εν λόγω κυρίες, σήμερα, προκαλώντας την απορίων των θαμώνων του καφενείου. Υπάρχουν ακόμα άραγε Οθωμανίδες κυρίες; Μια κυρία τις είδε σε ένα παραλήρημά της, ξανά σήμερα, μέσα στο όραμα μιας ναυτικής πολιορκίας. Τί ένιωθαν άραγε τότε; Όταν έτρεχαν φοβισμένες; Και τέλος, μέσα σε κάποιο άλλο διήγημα, όταν η οθωμανική εξουσία έπαψε να ασκείται πάνω σε αυτή την πόλη, τίθεται το ερώτημα...Αγάπησαν άραγε καθόλου την πόλη μας αυτές οι όμορφες, κτήμα του ανδρός τους, κυρίες; 

Κανένα ερώτημα δεν βρίσκει ευθεία απάντηση. Η απάντηση βρίσκεται στη φαντασία του αναγνώστη. Ο συγγραφέας όμως δίνει σε κάθε διήγημα τα κατάλληλα εργαλεία για να τις φανταστείς σωστά. Από την Αρχαία Ελλάδα, τη Ρώμη, το Βυζάντιο, την Οθωμανική Αυτοκρατορία, την Ελληνική Επανάσταση, τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, την Κατοχή, τον Εμφύλιο, τη Χούντα και τη Μεταπολίτευση, μέσα από όλες αυτές τις ιστορικές περιόδους και τις μικρές τους ιστορίες, υπάρχει ένας άρρηκτος δεσμός με το σήμερα. Με το κάθε σήμερα. Έτσι και με τις Οθωμανίδες κυρίες. Αν υπάρχουν, αν υπήρξαν ποτέ, πως ήταν, τί έκαναν και τί ένιωθαν και εν τέλει ποιά κληρονομιά άφησαν σε αυτόν τον τόπο, είναι στο χέρι του αναγνώστη να το φανταστεί και να το αποφασίσει. Παρόλα αυτά, ο τίτλος παραμένει παραπλανητικός. 

Ψέμα δεύτερο. Και άλλα διηγήματα. Ο Τόλης Κοΐνης καμώνεται από το εξώφυλλο κιόλας του βιβλίου πως γράφει διηγήματα. Δεν γράφει όμως. Αν και το βιβλίο βρίθει από αναπαραστικές περιγραφές, σχήματα λόγου, εκφραστικά μέσα, ποικίλες αφηγηματικές τεχνικές και λογοτεχνικές-ποιητικές φράσεις που θα έστεκαν και μόνες τους στο λόγο, το βιβλίο δεν είναι λογοτεχνικό. 

Παραθέτω όμως για του λόγου το αληθές την αγαπημένη μου λογοτεχνική φράση:

Οι ποιητές δεν κάνουν απεργίες. Συνήθως δουλεύουν μέσα στα όνειρα. Πώς να κάνεις στάση εργασίας από το όνειρο;

Είπαμε όμως. Ο Τόλης Κοΐνης δεν κάνει λογοτεχνία. Προσποιείται πως κάνει και μας εξαπατά συνειδητά. Χρησιμοποιεί απλά και μόνο τη φόρμα του διηγήματος, την κλέβει μέσα από τα ράφια των βιβλιοθηκών και την κληρονομιά των μεγάλων διηγηματογράφων για να φτιάξει έναν καινούριο ιστορικό κόσμο.  

Να μας δώσει την ιστορία μέσα από μια διαρκή αναζήτηση των αληθινών πρωταγωνιστών της. Των απλών ανθρώπων. Να μας πει πως τα μεγάλα γεγονότα, δεν τα έχουν δημιουργήσει μόνο οι μεγάλοι. Αλλά η αυθόρμητη κίνηση των μαζών, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά. Να μας πει πως τα μεγάλα γεγονότα, όπως τα μεγάλα έργα, τα θαύματα του κόσμου για παράδειγμα, δεν θα γινόντουσαν και δεν θα γίνουν ποτέ άλλα, αν δεν υπάρξουν αυτές οι μικρές ιστορίες των ανθρώπων, ο πόνος, το δράμα, η αγωνία, για να τα συνθέσουν. 

Όπως ακριβώς συμβαίνει και με την Ευκλείδια Γεωμετρία. Αγαπημένη αναφορά του συγγραφέα μέσα στο βιβλίο. Μαθηματικός γαρ, όπως είπαμε ήδη. 

Η γεωμετρία του Ευκλείδη για όσους τυχόν και δεν γνωρίζουν, έχει μια απλή αρχή.  Προχωράει από το απλό στο πιο σύνθετο. Πριν κοιτάξουμε επομένως το μεγάλο γεγονός, αυτό που στην Ευκλείδια γεωμετρία θα αποκαλούσαμε σύνθετο, ο Τόλης Κοΐνης μας προτείνει να δούμε πρώτα τα μικρά και απλά κομμάτια που το αποτελούν. Τις μικρές ιστορίες των ανθρώπων που μόνο αυτές ζωντανεύουν και πραγματοποιούν την μεγάλη Ιστορία. 

Το ίδιο ισχύει και για τον κεντρικό τόπο, το πρωταγωνιστικό μέρος της αφήγησης. Το μικρό Ναύπλιο. Μικρό σε σχέση με την αιώνια ελληνική ιστορία, μικρό μέσα στις παγκόσμιες εξελίξεις ανά τους αιώνες. Όπως, όμως, είπε κάποτε ένας επισκέπτης του, η ιστορία του κόσμου χωρίς το Ναύπλιο, θα ήταν λειψή. Ίσως αυτός ο επισκέπτης γνώριζε από Ευκλείδια γεωμετρία. Γνώριζε δηλαδή αυτό που ο συγγραφέας των Οθωμανίδων Κυριών του Ναυπλίου, έκανε πράξη. 

Πήρε το μικρό Αναπλάκι, με τις μικρές ιστορίες των ανθρώπων του και τις μεγάλες ιστορίες της ελληνικής και νεοελληνικής περιπλάνησης για να μας δείξει πότε τελικά η Ιστορία είναι ζωντανή. 

Και η απάντηση είναι μία. 

Η Ιστορία παραμένει ζωντανή, η Ιστορία υπάρχει και θα υπάρχει, όσο υπάρχουν άνθρωποι να την αναζητούν, να τη νιώθουν και να τη διηγούνται. 

Mario Vagman