Ticker

6/recent/ticker-posts

Ad Code

 

Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, μια πολυσχιδής προσωπικότητα - Γράφει η Μαρία Βασιλείου

 Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, κόρη του Υδραίου πλοιάρχου Σταυριανού Πινότση και της Σκεύως Κοκκίνη, γεννήθηκε στις 11 Μαΐου 1771, σε φυλακή της Κωνσταντινούπολης, όπου είχε πάει η μητέρα της για να επισκεφθεί τον άρρωστο πατέρα της, κρατούμενο για τη συμμετοχή του στα Ορλωφικά. 

 


Νονός της ο συγκρατούμενος του πατέρα της, Παναγιώτης Τρουπάκης, Μανιάτης οπλαρχηγός, (που έφερε το ψευδώνυμο Μούρτζινος) και πήρε το όνομα Λασκαρίνα. Μετά το θάνατο του συζύγου της, η χήρα  Σκεύω επιστρέφει με την κόρη της στην Ύδρα, αλλά αναγκάζεται να μετακομίσει στις Σπέτσες. 

 

Το 1788, η Λασκαρίνα  παντρεύτηκε τον Σπετσιώτη πλοίαρχο Δημήτρη Γιάννουζα, με τον οποίο απέκτησαν τρία παιδιά (Γιάννη, Γιώργο και Μαρία). Ο Γιάννουζας σκοτώθηκε το 1797 σε σύγκρουση με Αλγερινούς πειρατές.


Το 1801, η Λασκαρίνα παντρεύτηκε, σε δεύτερο γάμο, τον πλούσιο Σπετσιώτη πλοίαρχο και πλοιοκτήτη Δημήτρη Μπούμπουλη (και ο ίδιος σε δεύτερο γάμο), με το επίθετο του οποίου έμεινε γνωστή στην ιστορία και απέκτησαν τέσσερα παιδιά (Σκεύω, Ελένη, Ιωάννη και Νικόλαο). Και ο δεύτερος σύζυγος της Μπουμπουλίνας, σκοτώθηκε σε σύγκρουση με Αλγερινούς πειρατές το 1811. Από τους συζύγους της (κυρίως από τον Δ. Μπούμπουλη) είχε  κληρονομήσει, πλοία, γη και χρήματα.Λέγεται ότι τα χρήματα που της άφησε ο δεύτερος σύζυγός της, ήταν κάπου 300.000 τάλαρα (χρυσά νομίσματα της εποχής). Η Λασκαρίνα με σωστή διαχείριση και συμμετοχή της σε εμπορικές δραστηριότητες πέτυχε να αυξήσει την περιουσία της.


Το 1816, οι Τούρκοι θέλησαν να κατασχέσουν τα πλοία της, με το αιτιολογικό ότι ο δεύτερος σύζυγός της, είχε πάρει μέρος στον ρωσοτουρκικό πόλεμο.(Ο Δ. Μπούμπουλης είχε πάρει μέρος στη ναυμαχία Ρώσων και Τούρκων σε Ίμβρο και Τένεδο.Για τις υπηρεσίες του οι Ρώσοι του είχαν απονείμει τον τίτλο του Πλοίαρχου του ρωσικού αυτοκρατορικού στόλου και του τίτλο του επίτιμου Ρώσου πολίτη).Πίσω από την τουρκική κίνηση , φαίνεται ότι υπήρχαν καταγγελίες συγγενών της Μπουμπουλίνας που εποφθαλμιούσαν την τεράστια περιουσία της. Η Λασκαρίνα πήγε στην Κων/πόλη  και με τη βοήθεια του φιλέλληνα Ρώσου πρεσβευτή Στρογκόνοφ, κατάφερε να γλιτώσει την περιουσία της.  Για τρεις μήνες εγκαταστάθηκε στην Κριμαία, σε κτήμα που της παραχώρησε ο τσάρος Αλέξανδρος Α' και στη συνέχεια επέστρεψε στις Σπέτσες. Πριν πάει στην Κριμαία, κατάφερε να συναντήσει τη μητέρα του Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄, την Βαλιντέ Σουλτάνα. Η Σουλτάνα εντυπωσιάστηκε από τον χαρακτήρα της Μπουμπουλίνας και έπεισε τον γιο της να υπογράψει φιρμάνι, με το οποίο δε θα άγγιζε την περιουσία της και δε θα την συλλάμβανε.



Η τουρκική άδεια (φιρμάνι του Σουλτάνου) κατασκευής του πλοίου «Αγαμέμνονα», με το σχέδιο του στην πίσω πλευρά. Μουσείο Μπουμπουλίνας στις Σπέτσες.


Πιστεύεται, ότι εκεί μυήθηκε στη "Φιλική Εταιρεία", παρά την απαγόρευσή που ίσχυε για συμμετοχή γυναικών σ' αυτή.


Επιστρέφοντας στην Ελλάδα ξεκίνησε τη ναυπήγηση της κορβέτας "Αγαμέμνων" (με 18 πυροβόλα και 48 πήχεις μήκος)  που θεωρείτο, σύμφωνα με τα αρχεία του αγγλικού ναυαρχείου, το γρηγορότερο και το πιο οπλισμένο καράβι της εποχής. Επίσης, ναυπήγησε τρία μικρότερα πλοία, ενώ είχε προμηθευτεί κρυφά όπλα και πολεμοφόδια.Σιγά σιγά εξόπλισε τα καράβια της με μεγάλα κανόνια, από εμπορικά τα έκανε πολεμικά και με την έναρξη της Επανάστασης  τα έθεσε στην υπηρεσία της πατρίδας, μαζί με τα χρήματά της που προσφέρθηκαν αφειδώς για τον αγώνα.


Οι Οθωμανοί απαγόρευαν ρητά στους Έλληνες την κατασκευή πολεμικών πλοίων. Η Μπουμπουλίνα καταγγέλθηκε στην Υψηλή Πύλη. Κατάφερε όμως να αποφύγει οποιαδήποτε τιμωρία, δωροδοκώντας τον Τούρκο επιθεωρητή, ο οποίος στάλθηκε στις Σπέτσες.


Εκείνη την περίοδο, είχε ξεσπάσει μεγάλη κόντρα ανάμεσα στη Μπουμπουλίνα και τα παιδιά του Δ. Μπούμπουλη από τον πρώτο του γάμο, Παντελή και Γιάννη, οι οποίοι διεκδικούσαν τμήμα της περιουσίας της. Μάλιστα, κατέφυγαν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο το οποίο εξέδωσε επιτίμιο (μορφή αφορισμού), σε βάρος της Μπουμπουλίνας. Αν και οι γιοι του Μπούμπουλη, με το επιτίμιο και μια έκθεση προκρίτων κατέφυγαν στο Βουλευτικό, δεν πέτυχαν να αποσπάσουν κάτι από την περιουσία της Λασκαρίνας.


Το κείμενο του ἀφορισμοῦ, ὅπως δημοσιεύθηκε ἀπὸ τον Ἥλια Παπαθανασόπουλο στὸ περιοδικό «Ἱστορία» (Ἰούνιος 1973), συνοπτικά έχει ως εξής: Γρηγόριος ἐλέῳ Θεοῦ Ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης καί Οἰκουμενικός Πατριάρχης.Ἱερώτατε Μητροπολῖτα Ναυπλίου καί Ἄργους καί ὑπέρτιμοι, εὐλαβέστατοι ἱερεῖς, τιμιώτατοι κοτζαμπασίδες καί χρήσιμοι προεστώτες της ἐπαρχίας ταύτης καί της νήσου Σπέτζης, χάρις είη ὑμῖν καί εἰρήνη παρά Θεοῦ […] Ἀποφαινόμεθα συνοδικῶς μετά των περί ἡμᾶς ἱερωτάτων Ἀρχιερέων καί ὑπερτίμων, των ἐν ἁγίῳ Πνεύματι ἀγαπητῶν ἡμῶν ἀδελφῶν καί συλλειτουργῶν, ἶνα ἡ ρηθεῖσα Λασκαρίνα, ἄν μή, ἅμα το ἀκοῦσαι καί ἰδεῖν το παρόν ἡμῶν συνοδικόν γράμμα, τον Θεόν φοβηθεῖσα καί την αἰώνιον κόλασιν ἐν νῷ θεμένη, […] καί οἱ γιγνώσκοντες τους ἔχοντας καί κρύπτοντας πράγματα ἡ ἄσπρα του ἀποθανόντος, […] ὁποῖοι ἄν ὦσιν, ἄνδρες ἡ γυναῖκες, συγγενεῖς ἡ ξένοι, ὁμοῦ ἀφωρισμένοι ὑπάρχωσι, καί κατηραμένοι, καί ἀσυγχώρητοι, καί μετά θάνατον ἄλυτοι, καί τυμπανιαῖοι• αἱ πέτραι καί ὁ σίδηρος λυθείησαν, αὐτοί δέ μηδαμῶς• κληρονομήσειν την λέπραν του Γιεζή καί την ἀγχόνην του Ἰούδα, στένοντες είεν καί τρέμοντες ἐπὶ της γῆς ὥς ὁ Καῖν, ἡ ὀργὴ του Θεοῦ είη ἐπ’ αὐτούς, ἔχοντες καί τας ἀρᾶς πάντων των ἀπ’ αἰῶνος ἁγίων καί των ὁσίων τριακοσίων δέκα καί ὀκτώ θεοφόρων Πατέρων. Η δὲ ρηθεῖσα Λασκαρίνα προφανῶς ἐλεγχομένη καὶ τὴ πεισμονή αὐτῆς ἐμμένουσα ὑπάρχοι καὶ ἕξω της του Χριστοῦ Ἐκκλησίας, μηδείς ἐκκλησιάσοι αὐτὴν, ἡ ἀγιάσοι, ἡ θυμιάσοι, ἡ ἀντίδωρον αὐτὴ διδῶ, ἕως ποιήση ὥς γράφομεν καὶ τότε συγχωρηθήσεται. αωκ (1820) ἕν μηνί Ὀκτωβρίῳ• ινδικτιώνος θ.


Στις 13 Μαρτίου 1821, πριν κηρυχθεί ακόμη επίσημα η επανάσταση στις Σπέτσες, η Μπουμπουλίνα ύψωσε στον μεσαίο ιστό του Αγαμέμνονα τη δική της επαναστατική σημαία, το λάβαρο με τον Φοίνικα, που συμβόλιζε την αναγέννηση του Γένους και το γιόρτασε με κανονιοβολισμούς, παροτρύνοντας και τους υπόλοιπους Σπετσιώτες να ακολουθήσουν το παράδειγμά της. Στις 3 Απριλίου επαναστατούν οι Σπέτσες. Κατέβασαν την ημισέληνο και ύψωσαν τον σταυρό ενώ το πλήθος ζητωκραύγαζε. Τότε υψώθηκε σε όλα τα κατάρτια των πλοίων, η Σημαία της Επανάστασης, κυανή με κόκκινη ταινία ολόγυρα. Ο σταυρός δέσποζε στη μέση, με την αναποδογυρισμένη ημισέληνο από κάτω, να συμβολίζει την κατάλυση της οθωμανικής κυριαρχίας. Στα δεξιά του σταυρού ήταν η λόγχη και στα αριστερά η άγκυρα. Στην άγκυρα ήταν τυλιγμένο ένα φίδι, με έναν γύπα να του δαγκώνει τη γλώσσα. Επάνω αναγραφόταν: Ελευθερία ἢ Θάνατος.



Το πλοίο ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ της Μπουμπουλίνας έργο του Α. Μιλάνου


Επιβαίνοντας η ίδια στον "Αγαμέμνονα" με κυβερνήτη τον γιο της Γιάννη (Γιαννάκη) Γιάννουζα, έσπευσε να βοηθήσει στον αποκλεισμό του Ναυπλίου. Με τον γιο της και τον Γκίκα Μπόταση, αποβιβάστηκαν στους Μύλους και κατευθύνθηκαν στο Άργος. Το ελληνικό στρατόπεδο εκεί, βρισκόταν υπό διάλυση, μετά τις πρώτες αποτυχίες και την υποχώρηση των πολιορκητών. Με τη σημαντική προσφορά και τον ανεφοδιασμό όμως από την Μπουμπουλίνα και με τη συγκρότηση δικού της σώματος από νησιώτες (το οποίο συντηρούσε η ίδια), το στρατόπεδο ανασυγκροτήθηκε. Οι οπλαρχηγοί την καλούν στα πολεμικά συμβούλια και της αποδίδουν τον τίτλο της «Μεγάλης Κυράς» και της «Ελευθερώτριας».  Στη διάρκεια της συμπλοκής με τους Τούρκους του Κεχαγιάμπεη έξω από το Άργος,δυστυχώς, σκοτώθηκε ο γιος της Γιάννης (24/4/1821). Μνημονεύοντας τον θάνατο του Γιάννουζα, ο ολλανδός Tairbout de Marigny γράφει ότι η Μπουμπουλίνα έτρεξε επιτόπου για να περισώσει τα λείψανα του γιου της, γιατί οι Τούρκοι είχαν κόψει το κεφάλι του. «Προσπαθεί , ανάμεσα στα πτώματα, να τον αναγνωρίσει και με το ίδιο της το χέρι θυσιάζει τρεις Τούρκους στο βωμό του.Ύστερα από την υποχώρηση των Τούρκων έκοψε μερικά κομμάτια από την ενδυμασία των σκοτωμένων Τούρκων και τα φύλαξε ως κειμήλια».Η ίδια η Μπουμπουλίνα ενημέρωσε τη Διοίκηση των Σπετσών για το θλιβερό γεγονός με αυτά τα λόγια: «Ο γιος μου είναι νεκρός αλλά το Άργος έμεινε στα χέρια μας’’ (…).



Η Μπουμπουλίνα όρθια συμμετέχει στον αποκλεισμό του Ναυπλίου


Αργότερα πηγαίνει στην Μονεμβασιά και εν συνεχεία στην Τριπολιτσά συνοδευόμενη από ένοπλους Σπετσιώτες, μεταφέρει η ίδια τρόφιμα και πολεμοφόδια και λαμβάνει μέρος στα πολεμικά συμβούλια. Η προσφορά της στην άλωση της Τριπολιτσάς, ήταν πολύ μεγάλη. Ήδη από τον Μάιο του 1821 είχε ανταποκριθεί σε κάλεσμα του Θ. Κολοκοτρώνη ( ο οποίος την αποκαλούσε "καπετάνισσα Δημητράκαινα Μπούμπουλη"), να τον εφοδιάσει με 2.000 οκάδες μολύβι. Η σύζυγος του Χουρσιτ, της ζητάει να μεσολαβήσει στους Έλληνες αρχηγούς για την ασφάλεια των οθωμανίδων. Συμμετέχει στη μάχη για την κατάληψη της πόλης έφιππη πάνω σε λευκό ίππο αρματωμένη, αλλά και στη λαφυραγώγηση. Όταν έγινε η άλωση της Τριπολιτσάς (21 Σεπτεμβρίου 1821), ήταν από τους πρώτους που μπήκαν στην πόλη, κράτησε την υπόσχεσή της και έτσι οι γυναίκες των χαρεμιών γλύτωσαν τη σφαγή γιατί, όπως λέγεται, είχε υποσχεθεί στη Σουλτάνα, όταν την είχε συναντήσει στην Κωνσταντινούπολη για βοήθεια το 1816, ότι οποιαδήποτε Τουρκάλα της ζητούσε βοήθεια, αυτή θα της την έδινε. Αργότερα ανταλλάχθηκαν με Έλληνες αιχμαλώτους.


Με αφορμή αυτό το περιστατικό η Μυρτιώτισσα έγραψε γι’ αυτήν ένα υπέροχο ποίημα: 


Ω!  των Καπετανέων Καπετάνισσα,/που κυβερνάς του τιμονιού το δοιάκι,

στο πρόσταγμά Σου ο άντρας υποτάσσεται/και φαίνεται σαν άπραγο παιδάκι…….

Και Συ σα να το νιώθεις φεύγεις, χάνεσαι/Και ξαναφανερώνεσαι μπροστά μου

μες στην Τριπολιτσά καβάλα στο άτι Σου/το κάτασπρο, παντού δεξά ζερβά μου.

Σωρός τα γυναικόπαιδα των Τούρκωνε/τρέμουν αλαφιασμένα και σπαράζουν

κι οι νικητές ολόγυρα αλλαλάζουνε/και πανηγύρι ακόλαστο ετοιμάζουν.

Μα εσύ καβάλα πάντα στ’ άσπρο τ’ άτι Σου/σταμάτησες στην πόρτα του φρουρίου

σήκωσες το σπαθί Σου και τους κοίταξες /από ψηλά σαν άγγελος Κυρίου

και φώναξες: «Αυτές εδώ που βλέπετε, /κανείς δε θα τις ‘γγίξη, είναι δικές μου.

Γυναίκες ή Ρωμιές κι αν είναι ή Τούρκισσες/Όμοια τις λογαριάζω γι’ αδερφές μου!

…………………………………………………………………

Στη πολιορκία του Ναυπλίου, η προσταγή της δίνει θάρρος και εμψυχώνει.


Οι επιθέσεις της στον αποκλεισμό και πολιορκία του Ναυπλίου, ήταν μία  σελίδα απαράμιλλου ηρωισμού. Αυτό φαίνεται και από την αφήγηση του ιστορικού αλλά και αυτόπτη μάρτυρα Ανάργυρου Χατζή-Αναργύρου, ο οποίος γράφει για αυτήν τα εξής: “…Μάλιστα δε το σπάνιο γεγονός εις τα χρονικά των εθνών, μία γυνή να επιστρατεύση, γυνή πλουσία, αποφασίσασα και πλοία και χρήματα και υιούς ολοκαύτωμα εις τον βωμόν της πατρίδος να προσφέρη. Αυτή δε η γυνή είναι η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, την οποίαν τα έθνη ανευφήμησαν και εχαιρέτισαν ως ηρωίδα. Ήτο δε πράγματι λεοντόθυμος. Το 1821, Δεκεμβρίου 4, εις την πολιορκίαν του Ναυπλίου, το ενθυμούμεθα, επιβαίνουσα σε ίδιον πλοίο της, μόνη διέταξε την έφοδο εις τας λέμβους κατά του φρουρίου.


Αύται δε επιτίθενται, αλλ’ αι σφαίραι και οι μύδροι από των επιθαλασσίων προμαχώνων τας κανονοστοιχίας χαλαζηδόν επιπίπτοντες, υποχρεούν τους ανδρείους της να υποχωρήσωσι προς ολίγον. Εξανίσταται τότε η Αμαζών, επισκοπούσα από των εδωλίων της νήος, και τους βοά …Είσθε λοιπόν γυναίκες και όχι άντρες; Εμπρός! Οι αξιωματικοί την υπακούουν, μάχονται, θνήσκουν, επανελθόντες εις την τάξιν, αλλ’ εις μάτην, το φρούριο διά θαλάσσης ήτο απόρθητον. Διό μετέβη εις την ξηράν και εκεί εστρατήγει μέχρι της παραδόσεως του Ναυπλίου, τη 30 Νοεμβρίου 1822, συμμετέχουσα των έργων της πολιορκίας, οδηγούσα τα παλικάρια της, χορηγούσα τους θησαυρούς της.”



Peter von Hess (1792-1871), H Mπουμπουλίνα αποκλείει το Nαύπλιο, το καλοκαίρι του 1821. Φοράει τη χαρακτηριστική ενδυμασία των νησιών του Αργοσαρωνικού των προεπαναστατικών χρόνων. Επιζωγραφισμένη λιθογραφία από το λεύκωμα Die Befreiung Griechenlands in 39 Bildern entworfen, 0,28x0,21 μ. (ΓΕ 24101)


Μετά την άλωση του Ναυπλίου (30 Νοεμβρίου 1822), εγκαταστάθηκε στην πόλη,έδρα της προσωρινής κυβέρνησης όπου έζησε έως τα μέσα του 1824 . Πάντρεψε την κόρη της με τον φρούραρχο της πόλης Πάνο Κολοκοτρώνη, γιο του Θεόδωρου. Κατά τις εμφύλιες συγκρούσεις, τάχθηκε με τους στρατιωτικούς και τον Κολοκοτρώνη. Όταν το Ναύπλιο παραδόθηκε στο νέο Εκτελεστικό, οι κυβερνητικοί της αφαίρεσαν τον κλήρο γης, που της είχαν δώσει για τις υπηρεσίες της στον Αγώνα και η ίδια εκδιώχθηκε και αποσύρθηκε στις Σπέτσες, έχοντας ξοδέψει όλη την περιουσία της για τον Αγώνα, έχοντας χάσει τον γιο της Γιάννη και τον γαμπρό της Πάνο Κολοκοτρώνη, ο οποίος σκοτώθηκε σε ενέδρα κυβερνητικών κοντά στην Τριπολιτσά (13 Νοεμβρίου 1824. Την ίδια ώρα ο Ιμπραήμ δρούσε ανενόχλητος στην Πελοπόννησo.


Τον Μάιο του 1825, ο γιος της Γιώργος Γιάννουζας απήγαγε την Ευγενία Κούτση, κουνιάδα του ετεροθαλούς αδελφού της μητέρας του (από άλλον πατέρα), Λάζαρου Ορλώφ. Συγγενείς της πήγαν  στο σπίτι της Μπουμπουλίνας για να πάρουν πίσω την Ευγενία. Ακολούθησε έντονη λογομαχία. Τότε κάποιος από την οικογένεια Κούτση, πυροβόλησε και σκότωσε την Μπουμπουλίνα (22 Μαΐου 1825). Άδοξο το τέλος της ηρωίδας …


Μεταθανάτια έλαβε τον τίτλο του ναυάρχου από τη Ρωσία, πρωτοφανής τιμή για γυναίκα. Το 2018, με απόφαση του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας, της απονεμήθηκε ο βαθμός του υποναυάρχου επί τιμή, ο Πολεμικός Σταυρός Α ‘ Τάξεως και το Μετάλλιο Εξαίρετων Πράξεων, για « τον απαράμιλλο ηρωισμό της, την αυτοθυσία και την αφοσίωση που επέδειξε προς το Ελληνικό Έθνος, τα οποία την κατέστησαν στη μνήμη όλων των Ελλήνων και Ελληνίδων ως Εθνικό ιδεώδες»


Η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα,αποτέλεσε το ηρωικό πρότυπο της ατρόμητης και ανεξάρτητης αγωνίστριας, πολυμήχανη και με οξεία αντίληψη είχε χαρακτήρα «ανοικτόν, άπλαστον, ορμητικόν και δεσποτικόν, ο οποίος επροκάλει αμέσως εις τους πλησιάζοντας αυτήν ή την συμπάθειαν ή την αντιπάθειαν αλλά κανέναν δεν άφηνε ψυχρόν και αδιάφορον». Η δράση και η προσωπικότητά της συνδέθηκε με μια μακρά σειρά μυθικών και ιστορικών προσώπων.Την αποκάλεσαν «Αμαζόνα», «νέα Σαλαμινομάχο», «νέα Αρτεμισία» ή και «Σπαρτιάτισσα», θηλυκό Κολοκοτρώνη κ.α.


Το όνομα της από τον πρώτο χρόνο του Αγώνα ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα και θεωρήθηκε από πολλούς Ευρωπαίους εφάμιλλη με την Ζαν ντ' Αρκ ή με άλλες ηρωίδες της Δυτικής Ευρώπης. Στη Γαλλία, επηρεάζει τη μόδα: με τις «Robes de dame a la Bobeline». Η ενδυμασία των φιλελληνίδων ενσωματώνει τις ελληνικές μαντήλες, ενώ σε κοσμικές δεξιώσεις δεν είναι πλέον αφύσικο, όταν μια κυρία της καλής κοινωνίας εμφανίζεται με ελληνική στολή, ενώ στη Λυών φτιάχνεται λικέρ με το όνομα Crême de Bobelina.




Χαλκόγραφη ετικέτα φιάλης λικέρ [Λυών, δεκαετία 1820]. Κάτω από το πλοίο της Μπουμπουλίνας η επιγραφή: Bobelina faisant jurer à ses enfans de venger lamort de leur Père [Η Μπουμπουλίνα βάζει τα παιδιά της να ορκισθούν ότι θα πάρουν εκδίκηση για το θάνατο του πατέρα τους]. Δεξιά και αριστερά του τίτλου, η ναυμαχία της Τενέδου και η πολιορκία του Ναυπλίου αντίστοιχα. Κάτω τα στοιχεία της ποτοποιίας: Fab(ri)que de Liqueurs / de Roche Meunier & Mejasson / de Lyon.


Κάποιοι τη ζωγραφίζουν, όπως τη φαντάζονται...



Μπουμπουλίνα 1827.Adam Friedel


•Ο Δαλματός λόγιος N. Tomaseo, που είχε κάνει  σύγκριση μεταξύ της Λασκαρίνας Μπουμπουλίνας και της Μαντώς Μαυρογένους  είχε εστιάσει στη διαφορετική παιδεία που είχαν. Είχε επισημάνει ότι «Εις τον καιρόν του πατριωτικού ενθουσιασμού των ήσαν και αι δύο νέαι, αλλά είχον πολύ διάφορον τύπον καλλονής. Η Μπουμπουλίνα ήτο εύσαρκος, μελαχρινή (εις Ανατολίτης θα έλεγε ότι ήταν μελαχρινή, διότι ο ήλιος την είχε θαυμάσει). Οφθαλμοί μεγάλοι, πλήρεις πυρός, χείλη κάπως παχέα, μέτωπον πλατύ και υψηλόν, κινήσεις απότομοι, εμφαίνουσαι τον ανδροπρεπή χαρακτήρα της, παράστημα μεγαλοπρεπές, πολλάκις εύγλωττος, συνηθέστερον πολύλογος. Η Μπουμπουλίνα ωμίλει συνήθως αλβανιστί,για καθημερινά θέματα, αλλά ωσάκις ενθουσιάζετο και ωμίλει περί της απελευθερώσεως της πατρίδος της, ελάλη ελληνιστί. Η Μπουμπουλίνα δεν εγνώριζεν παρά τα κλέφτικα τραγούδια. Της άρεσε να τραγουδάει τα κλέφτικα τραγούδια και τον θούριο του Ρήγα».


•Ο πρώσος ανθυπολοχαγός Ludwig von Bollman, την αποκαλεί σύγχρονη ηρωίδα, ηλικίας 40-45 ετών. Στο βιβλίο του γράφει ότι «η εξωτερική της εμφάνιση δεν ανταποκρίνεται στην ευγένεια των αισθημάτων της», ενώ συμπληρώνει ότι παρουσιάζεται πάντοτε με ακριβό σπαθί και βαρύτιμες πιστόλες. «Την είδα στο Άργος πάνω σ’ ένα υπέροχο αράπικο άτι. Την ακολουθούσαν ένα πλήθος αρματωμένοι στρατιώτες που έτρεχαν πλάι της σαν λαγοί, βγάζοντας χαρούμενες κραυγές».


•Ο ιστορικός Ι. Φιλήμων, περιγράφοντας την τόλμη και γενναιότητά της, γράφει την ανεπανάληπτη φράση  «...ενώπιον της ο άνανδρος ησχύνετο (ντρέπεται) και ο ανδρείος υπεχώρη.»


•Δυναμική και ανεξάρτητη καπετάνισσα, υπήρξε «η αμαζόνιος διακόσμησις του πολεμικού πίνακος του 1821»(Δ. Κόκκινος Ιστορικός).


•Ο Karl Mendelsohn-Bartholdy, στυλιτεύοντας την συμμετοχή της στην λαφυραγώγηση της Τρίπολης,  στην «Ιστορία της Ελλάδος, μετ. Α.Βλάχου, 1873», γράφει για την Μπουμπουλίνα : « Η Ελληνίς αμαζών Μπουμπουλίνα … γραία οστεώδης ήλθε στο στρατόπεδο των Ελλήνων … να διαπραγματευθεί μετά των πλουσίων Ιουδαίων και κολλυβιστών της πόλεως και καταφορτισθεί δια λαμπρών δώρων υπό των συζύγων, αντί αορίστων επαγγελιών … ήτο πολύ δυσάρεστη στους τρόπους και απωθητική. Κακοκαμωμένη και παχύσαρκη, αρπακτική και παραδόπιστη. Στη στεριά ταξιδεύει έφιππη με το σπαθί στο χέρι και πάντοτε την ακολουθεί ένα σώμα ενόπλων. Εμφανίζεται πάντα αρματωμένη με σπαθί και μπιστόλες, όλα πολύ ακριβά. Την είδα στο Άργος καβάλα σε αράπικο άτι. Την ακολουθούσε ένα πλήθος από αρματωμένους στρατιώτες, που έτρεχαν πίσω της, σαν ζαγάρια … Στην Τριπολιτσά ο Κολοκοτρώνης και ο Πετρόμπεης της επέτρεψαν να μπει, για να πείσει τις Τουρκάλες να της παραδώσουν τα χρήματα και τα διαμάντια τους, μοναδικό μέσο εξαγοράς της τιμής και της ζωής τους …»


•Ενδιαφέρον παρουσιάζει και μια άλλη δράση της…. οι “Μπουμπουλίνες” τα κάλπικα γρόσια, που κατασκεύαζε στα δύο νομισματοκοπεία που είχε φτιάξει, ένα στο Ναύπλιο και ένα στις Σπέτσες και  τα οποία διοχέτευε στη Μικρά Ασία …με σκοπό την αποσταθεροποίηση της Οθωμανικής οικονομίας…


Η ιστορική κορβέτα ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ, για την οποία η Μπουμπουλίνα είχε ξοδέψει 75.000 τάλαρα, το ¼ της περιουσία της, μετά τον θάνατό της ,δόθηκε από τους απογόνους της στον Εθνικό στόλο, που είχε οργανώσει ο Ι. Καποδίστριας, το 1828 και μετονομάστηκε σε "Σπέτσες". Το 1831 όμως πυρπολήθηκε στο ναύσταθμο του Πόρου από τον Α. Μιαούλη, κατά τη διαμάχη που ξέσπασε επί Καποδίστρια. Εθνικοί διχασμοί και αγεφύρωτα μίση της εποχής εκείνης που εκτός από την τεράστια οικονομική καταστροφή, μετά από λίγο καιρό έφεραν και την δολοφονία του Καποδίστρια. 


Επιμέλεια κειμένου

Μαρία Βασιλείου