Ticker

6/recent/ticker-posts

Ad Code

 

Βιασμός: Μύθοι και νομοθεσία από την Αρχαιότητα ως τον Μεσαίωνα

Ο βιασμός αποτελεί ιδιαίτερο έγκλημα λόγω της εμπλοκής της σεξουαλικής πράξης . Απο το 1.900 π.Χ όπου οι Βαβυλώνιοι θέσπισαν νόμους εναντίον του, το βιασμό τον ακολουθούσαν μύθοι όπως: η ακόρεστη σεξουαλικότητα των γυναικών, οι ανεξέλεγκτες  ορμές των ανδρών και πολλές δοξασίες/ προκαταλήψεις  από το χώρο της θρησκείας και το χώρο της επιστήμης.

 


Ξεκινώντας από τον πρώτο καταγεγραμμένο νόμο κατά του βιασμού, θα πιάσουμε το νήμα βλέποντας πώς η ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της δια νόμου και πώς δημιουργήθηκαν οι μύθοι η κουλτούρα του βιασμού .


Οι αρχαίοι νόμοι και αρχαίοι μύθοι γύρω από το βιασμό.


Οι περισσότεροι αρχαίοι νόμοι βασίζονταν στη λογική του lex talionis – δηλαδή οφθαλμός αντί οφθαλμού και οδόντα αντί οδόντος. Οι κοινωνίες στην αρχαιότητα ήταν πατριαρχικές και ιεραρχικά δομημένες ο άνδρας είχε περισσότερα δικαιώματα απο μια γυναίκα ή ένα σκλάβο. Οι σκλάβοι και οι γυναίκες δεν ήταν παρά αντικείμενα του πατέρα ή του συζύγου. Ο νόμος όφειλε να να τα προστατεύει απο όσους τα απειλούσαν.


Σύμφωνα με το νόμο του Χαμουραμπί το 1780 π.Χ, ο πατέρας του οποίου η παρθένα κόρη βιαζόταν έπρεπε να πληρωθεί από το δράστη γιατί η ”τιμή” πώλησης της στο μελλοντικό σύζυγο  έπεφτε. Εναλλακτικά αν ο βιαστής ήταν φτωχός μπορούσε να την παντρευτεί.. Αν ο πατέρας δε δεχόταν την παντρειά ή την πληρωμή  τότε  ο δράστης θανατωνόταν.


Ο νόμος αδιαφορούσε για την προσωπική δικαίωση των θυμάτων. Το αντίθετο μάλιστα. Αν ήσουν παντρεμένη γυναίκα στην Βαβυλωνία ήσουν ένοχη για τον βιασμό σου. Ο νόμος σε τιμωρούσε μαζί με τον βιαστή σου: Σε έδεναν μαζί του και σας πετούσαν  σε ένα ποτάμι, ενώ ο μόνος που θα μπορούσε να σε  σώσει ήταν ο σύζυγος σου εφόσον το επιθυμούσε.


Γιατί μια παρθένα είχε διαφορετική μεταχείριση απο μια παντρεμένη; Η απλή εξήγηση  ήταν πως μια παρθένα δεν είχε ποτέ της σεξουαλική ζωή, άρα δε θα επιθυμούσε ποτέ να να βιαστεί ενώ μια παντρεμένη γνώριζε τις ηδονές της σάρκας και ίσως… να τον προκάλεσε η ίδια ώστε να απιστήσει.


Ο πρώτος μύθος του βιασμού: Η εμπειρία στη σεξουαλική πράξη καθιστούσε την γυναίκα αυτομάτως όχι θύμα, αλλά συνένοχη με το θύτη. Όσο πιο έντονη σεξουαλική ζωή είχες πριν τον βιασμό σου, τόσο περισσότερο πρέπει να πείσει τους άλλους πως δεν ”προκάλεσες” με την συμπεριφορά σου τον βιαστή σου.


Ένας ακόμα μύθος ο οποίος ξεκίνησε εκείνη την εποχή ήταν πόσο αντίσταση έπρεπε να φέρει το θύμα απέναντι στον βιαστή του. Αν δεν ήθελες να βιαστείς έπρεπε να παλέψεις με το βιαστή σου, να ουρλιάξεις, να εκλιπαρήσεις και να κλάψεις μπροστά του… Αν δεν τα έκανε όλα αυτά τότε μάλλον ήθελες να βιαστείς, με βάση τη λογική των νόμων περί βιασμού των Χετταίων το 1.500 π.Χ.


Μια γυναίκα που βιαζόταν σε αγροτική περιοχή αραιοκατοικημένη ήταν ευκολότερο να αποδείξει τον βιασμό της. Όσο και να είχε αντισταθεί κανείς δεν θα μπορούσε να την ακούσει και να την βοηθήσει. Μια γυναίκα που βιαζόταν όμως στην πόλη ή μέσα στο σπίτι της, πιθανώς ήταν ένοχη αφού αν είχε αντισταθεί αρκετά κάποιος θα την είχε ακούσει και σώσει.


Μέχρι και σήμερα ο μύθος αυτός της ”αντίστασης” και της συναίνεσης γίνεται η κύρια κατηγορία απέναντι στις βιασμένες γυναίκες… ”Αν είχες αντισταθεί αρκετά… Αν τον είχες κλωτσήσει… Ή φωνάξει αρκετά δυνατά ώστε να σε ακούσει κάποιος, τώρα μπορεί αν μην ήσουν βιασμένη…” ή ”Αφού δεν αντιστάθηκες αρκετά πάει να πει ότι σ’ άρεσε ..”


Ο κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά σε κατάσταση φόβου. Εύκολα κάποιος εκ του ασφαλούς μπορεί να πει ό,τι θέλει, αλλά κανείς δεν μπορεί αν ο/η ίδιος/ίδια βρεθεί σε παρόμοια θέση να ξέρει πώς θα αντιδράσει απέναντι σε αυτήν.


Η αρχαία μας ελληνική μυθολογία


Ο βιασμός νέων γυναικών στην ελληνική μυθολογία ήταν ένα συχνό φαινόμενο. Ο Δίας, πατέρας των θεών και των ανθρώπων μεταμορφωνόταν συχνά σε διάφορα ζώα ή κοινούς θνητούς ξεγελώντας νεαρές, συνήθως, παρθένες γυναίκες κάνοντας παιδιά μαζί τους.


Επαναλαμβάνονται τα μοτίβα του ”ξεγελάσματος” των νεαρών γυναικών, της σθεναρής τους αντίστασης και της μεταμόρφωσής τους σε δέντρα, πέτρα ή το θάνατο με σκοπό να αποφύγουν την ατίμασή τους. Δημιουργώντας την ”αγνή” εικόνα πως μια γυναίκα, αν δε θέλει να βιαστεί, πρέπει να κάνει τα πάντα, ακόμα και να πεθαίνει οικειοθελώς.


Στην Ιλιάδα παρακολουθούμε ένα αλισβερίσι μεταξύ των ανδρών για το ποιος θα πάρει ποια ως σεξουαλική του σκλάβα. Ο βιασμός χρησιμοποιείται εκτεταμένα σε περίπτωσεις πολέμου ως τρόπος γελοιοποίησης και καθυπόταξης των αντίπαλων ανδρών, οι οποίοι όχι μόνο νικήθηκαν στην μάχη, αλλά θα υποστούν την ταπείνωση να δουν τις γυναίκες και τις κόρες τους να βιάζονται  και να πουλιούνται  ως σκλάβες απο τον αντίπαλο.


Ο βιασμός χρησιμοποιείται και ως όπλο εκδίκησης ενός άνδρα έναντι ενός άλλου ώστε να τον ατιμάσει πως δεν μπόρεσε να προστατέψει τα αδύναμα μέλη της οικογένειας του.


Ο βιασμός χρησιμοποιείται και στον πόλεμο, για να ατιμάσει την ”τιμή” και την ”καθαρότητα” ενός έθνους.  Παρότι έχει αναγνωριστεί σαν έγκλημα πολέμου συνεχίζει να αποτελεί καθημερινότητα για γυναίκες και άνδρες στις πληττόμενες χώρες


Στην ελληνική  νομοθεσία τον πρώτο νόμο για τον βιασμό τον θεσπίζει ο Σόλωνας. Ο βιαστής πρέπει να πληρώσει 5 δραχμές στην οικογένεια του θύματος αν αποδειχτεί ένοχος. Στο νόμο της Γορτύνας για πρώτη φορά ο νόμος αναγνωρίζει βιασμό και για τα δυο φύλα για πρώτη φορά στην ιστορία.


Η αρχαία Ρώμη ακολουθώντας πιστά τα βήματα της αρχαίας Ελλάδας, υιοθέτησε τόσο τη θρησκεία της όσο και τη στάση της απέναντι στο βιασμό.


Η λέξη raptus, στο ρωμαϊκό δίκαιο σήμαινει ”αιχμαλωσία με τη βία” και αναφερόταν στην απαγωγή των γυναικών απο τους άνδρες. Οι περισσότερες απαγωγές γίνονταν σε συνεννόηση θύτη και θύματος με σκοπό  να αναγκάσουν την οικογένειά να αποδεχτεί το δράστη ως σύζυγό της. Η απαγωγή γυναικών θεωρείτο ιδιωτικό έγκλημα, το οποίο στρεφόταν κατά της περιουσίας του πατέρα και η ποινή ήταν ο θάνατος του δράστη.


Στο Βυζάντιο ο Ιουστιανός αυστηροποίησε τους νόμους για το raptus και πέρα απο το θάνατο του δράστη , γινόταν κατάσχεση της περιουσίας του  προς όφελος των δημόσιων ταμείων. Ο βιασμός στο Βυζάντιο ήταν δημόσιο έγκλημα. Ο Ιουστινιάνειος κώδικας αναγνώριζε ως βιαστή εκείνον που ασελγούσε σε παρθένες, χήρες ή καλόγριες. Εννοείται πως ένας σύζυγος ποτέ δε θα μπορούσε να είναι βιαστής της γυναίκας του. Ο συζυγικός βιασμός εισέρχεται στην ελληνική νομοθεσία μόλις το 2006.


Σε χειρότερη θέση και εντελώς αγνοημένες απο το νόμο ήταν οι γυναίκες ιερόδουλες. Μια γυναίκα δεν μπορούσε να θεωρηθεί βιασμένη από τη στιγμή που άνηκε σε όλους τους άνδρες και εκείνοι χρησιμοποιούσαν το σώμα της για πληρωμένη σεξουαλική πράξη.


Οι θρησκείες ενισχύουν τους μύθους γύρω από το βιασμό


Τόσο στη Βίβλο όσο και σε άλλα θρησκευτικά βιβλία παρουσιάζονται ιστορίες βιασμών γυναικών. Ο εβραϊκός και ο μουσουλμανικός θρησκευτικός νόμος για την τιμωρία του βιασμού επιφυλάσσουν παρόμοιες ποινές για τους βιαστές και τις βιασμένες γυναίκες, αν αυτές κριθούν ένοχες.


Έχοντας περιχαρακώσει τη σεξουαλική πράξη μέσα στο γάμο και μόνο για λόγους αναπαραγωγής, οι θρησκείες δαιμονοποίησαν τις σεξουαλικές επαφές, αναγνωρίζοντάς τες ως πράξη του διαβόλου, ενώ το γυναικείο σώμα παρουσιαζόταν πιο επιρρεπές στις σεξουαλικές απολαύσεις.


Για τη χριστιανική εκκλησία ο μόνος τρόπος για να σωθεί η γυναίκα από τη φυσική της κατωτερότητα έναντι του άνδρα, ήταν να απορρίψει τις ηδονές της σάρκας της και να αφοσιωθεί στο Θεό, διαφορετικά ήταν καταδικασμένη. Το γυναικείο σώμα ήταν αμαρτωλό και αν ένας άνδρας βίαζε μια πολύ όμορφη γυναίκα, θεωρείτο αδύναμος να παραβλέψει τη σεξουαλική έλξη. Το αμάρτημα του βιασμού βάρυνε εκείνη που ήταν τόσο όμορφη και δημιούργησε στον άνδρα αυτή την αδυναμία. Αν ένας άνδρας βίαζε μια άσχημη γυναίκα, τότε με βάση την εκκλησία, διέπραττε το αμάρτημα της λαγνείας ο ίδιος.


Ο μύθος της γυναικείας ομορφιάς που ερεθίζει τον άνδρα να πράξει βιασμό, υπάρχει μέχρι και σήμερα, και χρησιμοποιείται σαν δικαιολογία, ενώ η ασχήμια μιας γυναίκας συχνά υπογραμμίζεται ως στοιχείο αναξιοπιστίας της γυναικός, αν ο δράστης κριθεί με ”αντικειμενικά κριτήρια” ως ομορφότερος του θύματος..


Μεσαιωνικοί νόμοι και ο μύθος ”Το θύμα φταίει”


Το 1275 (13ος αιώνας) εμφανίζεται στο Αγγλικό Δίκαιο η αναγνώριση του βιασμού ως έγκλημα, τόσο για τις ανύπαντρες όσο και τις παντρεμένες γυναίκες. Εκείνος που θα βρισκόταν ένοχος (σε περίπτωση μη συναινετικής επαφής και σθεναρής αντίστασης του θύματος βεβαίως) τιμωρούνταν με 2 χρόνια φυλακή. Δέκα χρόνια αργότερα ο νόμος προέβλεπε θανατική ποινή για τον δράστη της πράξης.


Παρά τους αυστηρούς νόμους περί βιασμού, πολλοί ήταν εκείνοι που εκμεταλλευόμενοι την κοινωνική τους θέση μπορούσαν να ξεφύγουν των κατηγοριών. Αν και το droit de seigneur δεν έχει αποδειχτεί παρά ένα μύθος, αυτό που είναι αληθές και καταγεγραμμένο σε πολλά απομνημονεύματα του Μεσαίωνα είναι περιπτώσεις βιασμών γυναικών, κυρίως ευγενικής καταγωγής.


Μια τέτοια περίπτωση, καταγράφτηκε το 14ο αιώνα απο τον Jean Froissant και αφορούσε την Λαίδη Carrouges και το βιασμό της από τον ευγενή LeCris. Εκείνος, εκμεταλλευόμενος την απουσία του συζύγου της, την επισκέφτηκε και την βίασε, εκβιάζοντάς την πως αν μιλήσει, απλά θα χάσει την ηθική της η ίδια και όχι εκείνος. Εκείνη, όταν επέστρεψε ο σύζυγός της, μάζεψε το κουράγιο της να του μιλήσει. Στην αρχή δεν την πίστεψε και όταν τελικά το έκανε, της είπε πως αν αποδειχτεί πως λέει ψέματα θα την χωρίσει.


Ο μύθος της ακόρεστης γυναικείας λαγνείας και η αναξιοπιστία της γυναίκας καταδίκαζε πολλές γυναίκες στο να μη μιλούν για το βιασμό τους σε κανέναν, πιστεύοντας πως οι ίδιες φταίνε γι’ αυτόν εξαιτίας της γυναικείας τους φύσης.


Αν αναρωτιέστε ποιο ήταν το τέλος της ιστορίας της Λαίδης, ο άνδρας της ρώτησε ευθέως τον ευγενή LeCris μπροστά στον άρχοντα της περιοχής τους, στον οποίο και οι δύο ήταν υποτελείς, αν όντως έπραξε κάτι τέτοιο. Όταν η αυλή άκουσε την ομολογία της Λαίδης θεώρησε τον LeCris αθώο και πως η Λαίδη τα είδε όλα σε ένα πολύ κακό όνειρο. Αυτό εξόργισε τον άνδρα της, ο οποίος αποφάσισε να μεταφέρει την υπόθεση μπροστά στην Βουλή του Παρισιού. Μετά απο 1,5 χρόνο δίκης το δικαστήριο αποφάνθηκε πως δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία ενοχής του ευγενή LeCris και αν ήθελαν να λύσουν οι δύο ευγενείς την διαφορά τους εκτός δικαστηρίου, μπορούσαν να κάνουν μια μονομαχία μεταξύ τους. Πράγμα το οποίο έγινε. Ο LeCris σφαγιάστηκε από το σύζυγο της Λαίδης και όλοι γύρισαν στα σπίτια τους, εν προκειμένω στα κάστρα τους.


Ζώντας σε εποχές που ο διάβολος ήταν μια δικαιολογία για όλα, πολλοί ισχυρίστηκαν πως ο LeCris ίσως είχε κυριευτεί απο μια δαιμονική οντότητα ή πως το παράφορο πάθος του για τη Λαίδη τον έκανε να πατήσει τους όρκους του σαν ευγενής… Ξέπλυμα θύτη από το μεσαίωνα…


Ο μύθος της αντίστασης καλά κρατεί… Όταν οι υπηρέτες εξετάστηκαν ενώπιον της Βουλής, είπαν πως δεν είδαν τη Λαίδη να είναι χτυπημένη μετά το βιασμό, υπονοώντας πως μάλλον ”τα ‘θελε”. ”Απλά εκείνη έκλαιγε” είπαν…


Ο μύθος του παράφορου πάθους είναι ένας ακόμα μύθος που κρατά μέχρι σήμερα. Πολλοί θεωρούν το βιασμό, όχι ως πράξη βίας απέναντι στο θύμα, αλλά έκφραση ακραίων ερωτικών συναισθημάτων. Με αυτόν τον τρόπο δικαιολογούν το θύτη, πως αν επιθυμούσε τόσο το θύμα ώστε να του επιτεθεί  δεν έφταιγε ο ίδιος γι’ αυτό. Αντίθετα, η ερωτική αγάπη ”εξαγνίζει” το θύτη από το βιασμό και τον φέρνει σε θέση ”ευάλωτου” απέναντι στο γυναικείο ποθητό σώμα. 


Ένας ακόμα μύθος που παράγεται μέσα από αυτή τη λογική, είναι πως στο βιασμό υπάρχει ταξικότητα. Ένας ευγενής της εποχής δε θα μπορούσε να ‘ναι πραγματικά υπεύθυνος για το βιασμό ή να το έκανε μόνο για την ηδονή της σάρκας, αντίθετα ένας χωριάτης προφανώς είναι πιο επιρρεπής σε κάτι τέτοιο.


Αγνοώντας τις χιλιάδες υποθέσεις ευγενών στα δικαστήρια της εποχής, ο μύθος πως οι κατώτεροι κοινωνικά άνδρες έχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν βιαστές είναι μια πολύ βολική θέση ακόμα και στη σύγχρονη κοινωνία.Ένας αμόρφωτος και φτωχός άνδρας έχει περισσότερες πιθανότητες να καταδικαστεί για βιασμό  παρά ένας πλούσιος και μορφωμένος ”κύριος” που η κοινωνία μας προσπαθεί πάντα να του αποδώσει ελαφρυντικά. Αρκεί να θυμηθούμε υποθέσεις κολλεγιόπαιδων στην Αμερική σε σύγκριση με υποθέσεις φτωχών αφροαμερικάνων.


Οι ιστορικοί του Μεσαίωνα ένιωθαν αποτροπιασμό για τους βιασμούς των φτωχών χωρικών, όταν ξέσπαγε μια τοπική εξέγερση στην περιοχή και μέσα σε όλα γυναίκες ευγενικής καταγωγής βιάζονταν από χωρικούς, αλλά δεν είχαν τέτοια συναισθήματα φρίκης όταν ιππότες και ευγενείς βίαζαν αγρότισσες ή υπηρέτριες κάτω από τη δούλεψή τους. Λίγες υποθέσεις έφταναν στα δικαστήρια, ακόμα λιγότερες στο να μην αθωωθεί ο ένοχος και ελάχιστες να τιμωρηθεί, συνήθως με ένα χρηματικό πρόστιμο.


Σε Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία και Ισπανία, χιλιάδες ήταν οι ευγενείς που ούτε καν έφτανε η υπόθεσή τους ενώπιον του δικαστή, γιατί οι χωριατοπούλες ήταν για ”ξόδεμα” και παρότι το droit de segnieur δεν υπήρξε ποτέ, δηλαδή το δικαίωμα να κοιμάται ο ευγενής με την γυναίκα του χωρικού του την πρώτη νύχτα του γάμου τους, οι ευγενείς είχαν την δυνατότητα οποιαδήποτε άλλη νύχτα από ό,τι φαίνεται να πράξουν ό,τι θέλουν.


Σε ό,τι αφορά τους κοινούς θνητούς, η απόδειξη του βιασμού στηριζόταν ακόμα σε απαρχαιωμένους νόμους, αφήνοντας πολλά περιθώρια οι άνδρες να αθωωθούν εκτός από περιπτώσεις παρθένων, καλογριών ή έγκυών γυναικών, όπου συνήθως η ποινή μπορεί να όριζε και θάνατο. Σε διαφορετικές περιπτώσεις εκτός των άνω κατηγοριών, οι γυναίκες για να σύρουν τους βιαστές τους στα δικαστήρια θα έπρεπε να υποστούν μια σειρά απο εξευτελιστικές διαδικασίες για την εποχή και  να στήσουν δημόσιο show: Να τριγυρίζουν στην πόλη ή στο χωριό φωνάζοντας το όνομα του βιαστή τους, να κλαίνε και να κυλιούνται στο χώμα..Όλα αυτά γιατί η κατάθεση μιας γυναίκας στο δικαστήριο είχε λιγότερη αξιοπιστία από αυτήν ενός άνδρα.


Αν οι ευγενείς άνδρες μπορούσαν να ξεφύγουν από την κατηγορία του βιασμού, δε συνέβαινε το ίδιο με τις γυναίκες. Συχνά μια βιασμένη αρχόντισσα ”ξέπεφτε” κοινωνικά, ενώ μια βιασμένη φτωχή αντιμετώπιζε την κοινωνική κατακραυγή, η τιμή της στο νυφοπάζαρο έπεφτε, η οικογένειά της δυσφημιζόταν και η μεταχείρισή της κάποιες φορές ήταν να θεωρείται ”πόρνη” για την πόλη ή το χωριό που ζούσε. Τις περισσότερες φορές καμία δεν τολμούσε να σύρει στα δικαστήρια το βιαστή της και αν το έπραττε, δεν το εμφάνιζε σαν βιασμό, αλλά σαν απλή απόπειρα που μείωνε ακόμα περισσότερο την ποινή του θύτη.


Σε εποχές που η σεξουαλικότητα ήταν ταμπού και η ερωτική ζωή των ανθρώπων καλά κρυμμένη, πολλές λανθασμένες αντιλήψεις με ”επιστημονικό ” μανδύα έβρισκαν τη δυνατότητα να ριζώσουν μέσα στο νόμο και στη μεσαιωνική κοινωνία. Η σύνδεση μεταξύ οργασμού και τεκνοποίησης έδωσε την δυνατότητα σε πολλούς βιαστές της εποχής να ξεφύγουν των κατηγοριών τους. Αν μια βιασμένη γυναίκα έμενε έγκυος απο το βιαστή της σήμαινε πως είχε οργασμό, άρα πως της άρεσε η σεξουαλική πράξη και άρα δεν ήταν βιασμός αλλά… συναινετική ερωτική συνέρευση ή ηθελημένη απιστία αν ήταν παντρεμένη όταν βιάστηκε. Σε αυτή την περίπτωση η γυναίκα κρινόταν ένοχη για λανθασμένες κατηγορίες εναντίον του βιαστή της και αντιμετώπιζε απο χρηματικό πρόστιμο ως φυλακή… Πέρα απο διασυρμό…


Σήμερα, η σύνδεση οργασμού και σύλληψης μπορεί να φέρει μειδίαμα στα χείλη μας, όμως εκείνη την εποχή αποτελούσε τρανή απόδειξη συνενοχής του θύματος με το δράστη… Παρότι επιστημονικά αυτή η σύνδεση έχει καταρριφθεί, υπάρχει ακόμα η πεποίθηση πως αν μια βιασμένη γυναίκα έχει οργασμό κατά την διάρκεια του βιασμού της, τότε προφανώς επιθυμούσε τη συνουσία.


Πέρα απο την ”επιστήμη” της εποχής και η λογοτεχνία είχε περιπλέξει τα πράγματα σχετικά με το αν οι γυναίκες ως αμαρτωλές και φιλήδονες από τη φύση τους εννοούσαν το ”όχι” που έλεγαν, καθώς οι γενναίοι ιππότες και ευγενείς εξέφραζαν τον παράφορο πόθο τους για αυτές. Πολλά λογοτεχνικά έργα της εποχής δείχνουν πως μια γυναίκα μπορεί να αντισταθεί στην αρχή, αλλά αν ο άνδρας καταφέρει με τα λόγια και τα χάδια του να την πείσει τελικά, θα αποδειχτεί πως στην πραγματικότητα ήθελε και ”τον έπαιζε”.


Ο γνωστός μας μύθος ”λέει όχι, αλλά στην πραγματικότητα εννοεί ναι”… Το μοτίβο του άνδρα που αρπάζει και φιλά με βία τη γυναίκα ενώ εκείνη αντιστέκεται και ξαφνικά χαλαρώνει τις αντιστάσεις της για τον να αποδεχτεί, έχει δημιουργήσει τόσο λανθασμένες αντιλήψεις για το πάθος, που μέχρι και σήμερα σκηνές όπως της Βουγιουκλάκη να χαστουκίζεται και μετά να φιλιέται με τον Παπαμιχαήλ αναφωνώντας ”Μ’ αγαπάει”, έχουν περάσει κάτω από το δέρμα μας με ένα χιουμοριστικό τρόπο και ασυνείδητα έχουν προσθέσει ένα μικρό λιθαράκι μέσα μας πως οι γυναίκες άλλα λένε και άλλα κάνουν και πως οι άνδρες με χαστούκια και… φιλιά μπορούν να τις συνεφέρουν.


Η πίστη πως η γυναίκα στην πραγματικότητα διασκεδάζει το βιασμό της έχει να κάνει και με την αντίληψη πως το γυναικείο κορμί ηδονίζεται με την άσκηση βίας πάνω του. Πολλοί συγγραφείς και ποιητές στο Μεσαίωνα, ισχυρίζονταν με τα γραπτά τους πως οι γυναίκες μπορεί να αντιστέκονται ή να φωνάζουν αλλά στην πραγματικότητα επιθυμούν κάποιον να ”φανεί αρκετά άνδρας ώστε να τις πάρει με τη βία”. Το θέμα περιπλέχτηκε περισσότερο όταν πολλούς αιώνες αργότερα ο Φρόιντ μιλήσε για το μαζοχισμό των γυναικών, λέγοντας πως οι γυναίκες έχουν μια τάση να ζητούν να υποφέρουν.


Από το 14ο αιώνα και μετά, εμφανίζεται πιο έντονα στις υποθέσεις βιασμών ο όρος ”συναίνεση” ή όχι. Η ανάγκη να αποδειχτεί αν το σεξ ήταν συναινετικό ήταν μείζονος σημασίας για την καταδίκη του θύτη. Μέχρι και σήμερα αποτελεί σημαντικό στοιχείο πάνω στο οποίο στηρίζεται η κατηγορία του βιασμού, γι’ αυτό και η πίεση εκ μέρους αρκετών νομικών κατά την εξέταση του θύματος σχετικά με το τι ρούχα φορούσε, πόσο ήπιε, αν αντέδρασε και με ποιον τρόπο.


Πληροφορίες από την ιστοσελίδα katiousa.gr