ΓΡΑΜΜΑΤΟΚΙΒΩΤΙΟ


Το πέρασμα ενός Homo Universalis από το Ναύπλιο (γράφει η Μαρία Βασιλείου)


Ο  Αναστάσιος Λευκίας Γεωργιάδης γεννήθηκε το 1773 στη Φιλιππούπολη της Ανατολικής Ρωμυλίας,- γι’ αυτό αναφέρεται και ως Φιλιππουπολίτης- γιός του Πρωτοπαπά Γεωργίου και της Σμαράγδας Αποστόλου, ολοκλήρωσε την εγκύκλιο εκπαίδευσή του στο γυμνάσιο της γενέτειράς του, στο οποίο την εποχή εκείνη δίδασκε ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων (λόγιος και εκπρόσωπος του Νεοελληνικού διαφωτισμού από την Τσαριτσάνη της Θεσσαλίας).



Το 1797 μετέβη στο Βουκουρέστι, όπου μαθήτευσε κοντά στον εξ Ιωαννίνων Λάμπρο Φωτιάδη, (σχολάρχης στην Ακαδημία του Βουκουρεστίου επί δεκατρία χρόνια) μαθαίνοντας τη λατινική, τη γαλλική και τη γερμανική γλώσσα. 


Το 1802 ταξίδευσε στη Βιέννη και παρακολούθησε εκεί μαθήματα Ιατρικής, έως το καλοκαίρι του 1805. Στη συνέχεια, γράφτηκε στο πανεπιστήμιο της Ιένας ως “Anastasius Georgiades”, από το οποίο έλαβε τον τίτλο του διδάκτορα της Ιατρικής και της Χειρουργικής, στις 12.9.1806, ενώ το επόμενο έτος, ανακηρύσσεται μέλος «της εν Ιένη εταιρείας ορυκτολόγων και της εν Άλη (Halae) των της φύσεως περιέργων». 



Στην Ιένα, το 1806 συγγράφει και το πρώτο του έργο, το οποίο δεν είναι ιατρικό, αλλά ποίημα εγκωμιαστικό προς την «Αυτήν Αυτοκρατορικήν Υψηλότητα κυρίαν Μαρίαν Παύλωβναν» και το εκδίδει στην ελληνική και στη γαλλική γλώσσα. 



Γιατρός στο επάγγελμα, πολυσχιδής και πολυδιάστατη προσωπικότητα, ταξίδεψε στην Ευρώπη παρουσιάζοντας σημαντικό συγγραφικό έργο ιατρικού, φιλοσοφικού, εθνικού, κοινωνικού, γλωσσολογικού και μεταφραστικού περιεχομένου, πραγματώνοντας  το ιδανικό του homo universalis, (του καθολικού ανθρώπου),  συμμετέχοντας στα κοινωνικοπολιτικά δρώμενα της εποχής του και «πολλάκις ετάνυσε του ποιητού την λύραν».


Το 1810, εκδίδει στη Βιέννη το πρώτο ιατρικό σύγγραμμά του, με τίτλο «Αντιπανάκεια», 545 σελίδων, στην ελληνική και στη λατινική γλώσσα,  έργο  αφιερωμένο στον πατέρα του συγγραφέα Γεώργιο, ιερέα, το οποίο έγινε αποδεκτό με εξαιρετικά ευνοϊκές κριτικές από τους ειδικούς και τα επιστημονικά περιοδικά της εποχής και με συνδρομητές για την έκδοση του βιβλίου, μεταξύ άλλων, τους αδελφούς Ζωσιμά, τον αρχιμανδρίτη Άνθιμο Γαζή, τον Κωνσταντίνο Π. Οικονόμου και τον Κωνσταντίνο Ν. Μαυροκορδάτο.


 Το έργο περιέχει στοιχεία νοσολογίας, επιδημιολογίας, διαιτολογίας, ψυχολογίας και φαρμακολογίας με συχνές παραπομπές σε αρχαίους συγγραφείς, όπως στο Γαληνό, αλλά και σε συγχρόνους του. Αναφερόμενος ιδιαίτερα στην ευλογιά κάνει λόγο για τον τρόπο διάδοσης «της δ’ εγκεντρίσεως του φυσικού νόσου πύου», μεθόδου εμβολιασμού, που εφαρμόστηκε πριν από την ανακάλυψη του δαμαλισμού από τον Jenner.


Το δεύτερο ιατρικό του σύγγραμμα «Ιωάννου Δ. Μεσγέρου Ιατροφιλοσοφική Ανθρωπολογία» εκδίδεται το 1810, επίσης στη Βιέννη. Πρόκειται για μια μετάφραση έργου του Γερμανού συγγραφέα Johann Daniel Metzger, με σημαντικές  προσθήκες του Α. Γεωργιάδη. Ο πρόλογος είναι στην ουσία γλωσσολογικός και σε αυτόν χαρακτηρίζεται η ένωση της αρχαίας και της νέας ελληνικής, ως χημική, καθώς δεν υπάρχουν όρια μεταξύ τους. Τονίζει τη σημασία της γλώσσας, καθώς «τοιαύτη ούσα είναι το μόνον και κυριώτερον της σοφίας όργανον ενός έθνους» και ως αρχαϊστής προτείνει τη διδαχή στους Έλληνες της αρχαίας ελληνικής, θεωρώντας ότι αυτή θα διατηρήσει την ιδιοσυστασία του έθνους.


Το 1812, γράφει την «Πραγματεία περί της των ελληνικών στοιχείων εκφωνήσεως» στα ελληνικά και στα λατινικά. Πρόκειται για ένα πλήρες γλωσσολογικό έργο. Σε αυτό, ο Α. Γεωργιάδης εκφράζει την πεποίθηση ότι η γλώσσα ακολουθεί τη γενικότερη πολιτισμική πορεία ενός έθνους και όταν αυτό παρακμάζει, παρακμάζει αντίστοιχα και η γλώσσα και υποβάλλει στον αναγνώστη το ερώτημα «τι πρέπει να εμπιστευόμαστε τους ξένους που από τα βιβλία μαθαίνουν την Ελληνική ή τους γηγενείς που από τους πατέρες τους μαθαίνουν τη διεφθαρμένη μεν, αλλ’ εν τοις πλείστοις τη αρχαία Ελληνίδη ομοία φωνή;». 


Ο φόβος του ότι η ελληνική γλώσσα θα καταστεί νεκρή, όπως άλλες αρχαίες γλώσσες, γιατί το ελληνικό έθνος διέρχεται περίοδο πολιτισμικής ύφεσης, τον οδηγεί στο πλευρό των αρχαϊστών του Νεόφυτου Βάμβα και στην ιδεολογική σύγκρουση με τον Αδαμάντιο Κοραή. 


Στον ισχυρισμό του Εράσμου ότι τα ελληνικά γράμματα είναι φοινικικής ή εβραϊκής προέλευσης αντιπαραβάλλει τα λόγια του Ηροδότου «Μετά δε χρόνου προβαίνοντος άμα τη φωνή μετέβαλλον και τον ρυθμόν των γραμμάτων». Για το έργο του αυτό θα ανακηρυχθεί αντεπιστέλλον μέλος της εν Παρισίοις Societe medicale de l’emulation de Paris, ενώ ταυτόχρονα γίνεται γνωστός στους γαλλικούς ιατρικούς κύκλους.


Σημαντικότερο έργο του θεωρείται το «Πυρετού πεμφιγώδους ή λοιμού αφορισμοί» γραμμένο σε ιωνική διάλεκτο , κατά το πρότυπο των Ιπποκρατικών Αφορισμών, τυπωμένο το 1831 στο Παρίσι και αφιερωμένο στον Όθωνα Α. 


Στο προοίμιο του βιβλίου, περικλείει αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία, ενώ παραθέτει αναφορές και απόψεις αρχαίων συγγραφέων για το λοιμό. Στο κυρίως μέρος του συγγράμματος αναφέρεται στον τρόπο μετάδοσης, διάγνωσης, θεραπείας και προφύλαξης από τα λοιμώδη νοσήματα. Κάθε αφορισμός στηρίζεται σε μια εμπειρία του, την οποία αναλύει στις παραπομπές, προσδίδοντας με τον τρόπο αυτό στο κείμενό του επιστημονικό τόνο. Στο τέλος του βιβλίου παραθέτει τη δοκιμασία της οικογένειάς του και του ιδίου από το λοιμό. Το γεγονός ότι προσβλήθηκε τρεις φορές από λοιμώδες νόσημα τον ώθησε να γράψει περί λοιμού για να βοηθήσει τους συνανθρώπους του. Σε αυτό το σύγγραμμα χρησιμοποιεί για πρώτη φορά το επώνυμο Λευκίας, με το οποίο στη συνέχεια έγινε γνωστός. Όπως σημειώνει, ο ίδιος αποτελεί ανάμνηση του υποκοριστικού, που του έδωσε σε βρεφική ηλικία η μητέρα του λόγω της λευκής επιδερμίδας του.( Ίσως τώρα οι λευκές τρίχες του κεφαλιού του να το επανέφεραν στη μνήμη του…).


Το 1821, υποστήριξε ένθερμα το κίνημα του Υψηλάντη και συνέβαλε υλικά και ηθικά στον Επαναστατικό Αγώνα. 


Το 1833, έρχεται  στην ελεύθερη Ελλάδα και εγκαθίσταται στο Ναύπλιο, πρώτη πρωτεύουσα της Ελλάδας. Κατά το διάστημα της παραμονής του στο Ναύπλιο ασχολείται με την Ιατρική, αλλά καταπιάνεται με ιδιαίτερο ζήλο και με την ποίηση.


Γράφει την «Οθωνιάδα», ποίημα ηρωικό, 501 στίχων, αφιερωμένο στο βασιλιά και  μεταφρασμένο και στα γερμανικά,  έκδοση σε σχήμα 4ο, 41 σελ. με μαρμαρογραφημένα εξώφυλλα της εποχής της εκδόσεως, τυπωμένο στο τυπογραφείο Κ. Ράλλη, ενός εκ των έξι ιδιωτικών τυπογραφείων που λειτουργούσαν τότε στο Ναύπλιο (Αναπλιώτης /Τεύχος 2/Οκτώβριος 2011/ Ο Τύπος του Ναυπλίου). Το ποίημα είναι γραμμένο στην αρχαΐζουσα γλώσσα και η επιρροή από τον Όμηρο είναι εμφανής.




Με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, ο Λευκίας εγκαθίσταται σε αυτή.


 Το 1835, ενηλικιώνεται ο Όθωνας και στέφεται Βασιλεύς. Ο Αναστάσιος Λευκίας συνθέτει επί τη ευκαιρία ποίημα ηρωικό υπό τον τίτλο «Στέφανος Όθωνος», 2.168 στίχων. Στο ηρωικό αυτό ποίημα ο συνθέτης επιστρέφει στο ομηρικό ύφος, το οποίο γνωρίζει άριστα και κυρίως έχει ως πρότυπο την Ιλιάδα. Μέσα από τους στίχους του, συνδέει τις μάχες της εθνεγερσίας με εκείνες εναντίον των Περσών αφήνοντας ανάγλυφα να διαφανεί το αδιάρρηκτο της συνέχειας αρχαίου και νεότερου Ελληνισμού. Για τον ποιητή, η θυσία του Μεσολογγίου είναι η ιστορική συνέχεια της μάχης του Μαραθώνα και είναι εύλογο απότοκο της βιοθεωρίας ενός λαού που θέτει την προσωπική και την εθνική του ελευθερία υπεράνω πάντων.


Το 1836 έγινε μέλος κι αργότερα πρόεδρος της «Εν Αθήναις Ιατρικής Εταιρείας», ενώ διορίστηκε το 1837 έκτακτος καθηγητής της «Ιστορίας της Ιατρικής, της Γενικής Παθολογίας και της Θεραπευτικής» και «Σχολάρχης» (Κοσμήτορας) της Ιατρικής Σχολής.


Μετά το 1841, εξακολουθεί να διδάσκει στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών και παρακολουθεί με μεγάλο ενδιαφέρον τα επιστημονικά δρώμενα σε όλους τους τομείς.


Οι ισχυρισμοί του Φαλμεράγιερ ότι στις φλέβες των Νεοελλήνων δεν ρέει ούτε μία ρανίδα αίμα αρχαιοελληνικό δεν τον αφήνουν αμέτοχο. Το 1843, γράφει τη διατριβή «Ανατροπή των δοξασάντων, γραψάντων και τύποις κοινωσάντων ότι ουδείς των νυν την Ελλάδα οικούντων απόγονος των αρχαίων Ελλήνων εστίν», την οποία μεταφράζει και στα λατινικά υπό τον τίτλο “Refutato’’. Ο Α. Λευκίας συμβουλεύει τον αλλοδαπό καθηγητή που «τας βίβλους προ δύο ετών ανέγνων και λίαν αυτώ καταχρώμενος, ως κάρχαρον τινά, το δη λεγόμενον, έλυσεν επί τους Έλληνας τον εαυτού κύνα» και του λέει «γράμματα δει μαθείν και μαθόντα νουν έχειν».


Το 1846, κατατάσσεται μεταξύ των δωρητών του Πανεπιστημίου, παραχωρώντας σε αυτό έναν αμπελώνα δέκα στρεμμάτων και δύο στρέμματα οικοπέδων «εν τη πάλαι Κωλιάδι» (Καλαμάκι) Φαλήρου. Ένδειξη της ολοκληρωτικής αφοσίωσής του στο Πανεπιστήμιο αποτελεί το γεγονός ότι δώρισε την προσωπική του περιουσία σε αυτό, αφήνοντας την κόρη του πενόμενη, με αποτέλεσμα λίγο μετά από το θάνατό του ο Αναστάσιος Γούδας –πρώτος διδάκτορας της ιατρικής σχολής– να ζητά από το ελληνικό κράτος να αποδώσει μικρή σύνταξη στην κόρη του, προκειμένου να επιβιώσει.


Πεθαίνει σε βαθύ γήρας στις 13 Ιουνίου 1853 και κηδεύεται στις 14 Ιουνίου με όλες τις πρέπουσες τιμές.


Κύρια Πηγή  

           

Αναστάσιος Λευκίας Γεωργιάδης (1773−1853) /   Πρώτος Καθηγητής και Κοσμήτορας

της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών/Νεότερα ανέκδοτα στοιχεία

Αρχεία Ελληνικής Ιατρικής 2009,26(6):818-825 / Α. Τασούλης       

   

Επιμέλεια κειμένου


Μαρία Βασιλείου 

Βιολόγος-Ωκεανογράφος,Ms

Πρώην Δ/ντρια Υπ. Αγροτ. Ανάπτυξης  & Τροφίμων                                                                         

No comments:



 

Powered by Blogger.