ΓΡΑΜΜΑΤΟΚΙΒΩΤΙΟ


Ανεβαίνει η σκάλα στον ουρανό; - Διήγημα του Τόλη Κοΐνη


Tο ήξερα πως δεν μπορούσα να τα καταφέρω.  Αποφάσισα. Όχι από πείσμα. Αποφάσισα, κατόπιν ωρίμου σκέψεως. Ο μόνος δρόμος που δεν θα συναντούσα αστυνόμους, αλλά ούτε κουτσομπόληδες ήταν αυτός. Τα σκαλιά που ανεβαίνουν στο Παλαμήδι. Σκέφθηκα 999 σκαλιά, υψομετρική διαφορά 210 μέτρα, οριζόντια απόσταση το πολύ 20 μέτρα. Σα να έχω στερεώσει τη σκάλα στα σύννεφα….  Έτσι τις ημέρες του κορωναϊού αποφάσισα να τα ανέβω… η επιχείρηση εμπίπτει στην κατηγορία Β6, του επίσημου δελτίου εξόδου,  «σωματική άθληση». Αλλά, δεν είναι πλησίον της οικίας μου… τόσο το καλλίτερο… δεν θα με βλέπει κανένας να αγκομαχώ.



Διάλεξα την ώρα που ο ήλιος  χαμηλώνει… Θέλησα να απολαύσω το τοπίο. Τον καλό καιρό τα σκαλιά έχουν πολύ κόσμο, ξένους τουρίστες και μαθητές εκδρομείς. Ακούς τις φωνές τους… αποσπάται η προσοχή σου… Και οι δυο αυτές κατηγορίες εκλείπουν τούτη την περίοδο, της πανδημίας,  από την πόλη μας. Η φύση και τα παλαιά κάστρα είναι τώρα δικά μας, μόνο δικά μας.


Θα ήμουν μόνος. Σχετικά επικίνδυνο. Θα έκανα την προσπάθεια μέχρι εκεί που κρατούσαν οι δυνάμεις μου. Μετά θα γύριζα… Δεν θεώρησα ασαφές αυτό το «μέχρι εκεί που με κρατούν οι δυνάμεις μου»…


Αλλοίμονο δεν ήμουν μόνος σε αυτή την ανάβαση. Βρέθηκε ένας νεαρός. Κοντός με περιποιημένο μούσι και σβέλτος στις κινήσεις του. Ανέβαινε και αυτός. Με προσπέρασε. Σταμάτησε μετά από τρία – τέσσερα σκαλοπάτια… και μου απηύθυνε τον λόγο


«Κύριε καθηγητά»… δεν τον αναγνώρισα … αν τον είχα ποτέ μαθητή, δεν θα είχε μούσι τότε…


«Κύριε καθηγητά,  η κλίμαξ ανεβαίνει, ελισσομένη, εις τους ουρανούς.»


Γέλασε μόνος του… και συνέχισε.


«Φεύγουμε για να αποφύγουμε μια αρρώστια. Ψευδαίσθηση. Οι αρρώστιες είναι μέσα μας… Γνωρίζετε για τον θησαυρό που βρήκαν απέναντι στα βουνά, σε μια σπηλιά;»


Κατάλαβα ότι μίλαγε για το σημαντικότερο έκθεμα του Βυζαντινού Μουσείου του Άργους.


«Σε εκείνα τα σκοτεινά χρόνια έπεσε μια λοιμική νόσος στην περιοχή… Ο χάρος γέμιζε την βάρκα του κάθε μέρα… Φοβήθηκαν… Για να έχουν καλή τύχη μαζεύτηκαν, με τα λεφτά τους, τα φυλαχτάρια τους και αρκετά, κατά την γνώμη τους, τρόφιμα … με τον φόβο τους μαζί… ευκατάστατοι πρέπει να ήταν… έφυγαν και χώθηκαν σε μια σπηλιά… εκεί εγκλωβίστηκαν… δεν υπήρχε τρόπος να σκαρφαλώσουν την απότομη πλαγιά όπου και η μοναδική  έξοδος… εγκλωβίστηκαν… δεν πέθαναν από την πανούκλα… δεν έχει, πια, σημασία… αργοσβήσανε  προσπαθώντας να την αποφύγουν. Τους ξέχασαν όλοι. Πέρασαν χίλια τρακόσια χρόνια για να ανακαλύψουν τα κόκκαλά τους και τα φυλαχτάρια και τα λεφτά τους… για να τα βάλουν στο Μουσείο. »



«Λες, να πεθάνω και εγώ σε αυτήν την σκάλα; Ελπίζω να μην περάσουν πολλά χρόνια, για να με βρουν…», αστειεύτηκα, για να απαντήσω στην μακάβρια παρομοίωση..


«Δεν έχει σημασία, δεν χάνεσαι εδώ, η σκάλα ανεβαίνει στον ουρανό.»


Θεώρησα αστεία την κουβέντα του. Δεν του απάντησα. Τα σκαλοπάτια αυτά καταλήγουν σε ένα κάστρο, που το έχτισαν οι Βενετσιάνοι, αλλά δεν το χάρηκαν… Δεν του απάντησα… Τα είχαν επιδιορθώσει οι Βαυαροί στα χρόνια που βασιλιάς ήταν ο Όθωνας. Ούτε του είπα πως για πολλές δεκαετίες ήταν τα τελευταία σκαλοπάτια που ανέβηκαν κάποιοι θανατοποινίτες.


Απλά μουρμούρησα: «Θα προσπαθήσω».


Με προσπέρασε… συνέχισα μόνος… κοίταγα τα απέναντι βουνά… και τον ήλιο που χαμήλωνε… σκεφτόμουνα, πως με τις διαταγές, που μας είχαν επιβληθεί, δεν θα μπορούσα να πάω μια βόλτα με το αυτοκίνητο μέχρι εκεί… ένοιωσα την ανάγκη να βρω την δύναμη να μεταφερθώ σε αυτές τις βουνοκορυφές του ηλιοβασιλέματος… με ο,τιδήποτε… με ιπτάμενο χαλί, με φτερά σαν του Ίκαρου ή έστω με την φαντασία μου… Τίποτε. Μόνος εγώ  και τα σκαλοπάτια που φαινόντουσαν ατέλειωτα… και οι πρώτες αναγκαστικές στάσεις για να γλυτώσω το βάρος, που άρχισε να πιάνει τα πόδια… και να πάρω ανάσες.


Είχα σταθεί και καθίσει όταν είδα πάλι τον νεαρό. Κατέβαινε… Το πρόσωπό του δεν μου φαινόταν γνωστό. Αλλά, θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε παλιός μαθητής μου…


«Σίγουρα σε βαραίνουν τα πόδια…», χωρίς να με προσφωνήσει «κύριε καθηγητά» και χρησιμοποιώντας ενικό…


«Περίεργο, ένας μαθηματικός να αισθάνεται την σημασία των μελών του σώματός του. Θυμάμαι την ειρωνεία … Όταν «τρώγαμε χρόνο» … κατά την άποψή σου… παίζοντας ή γυμναζόμενοι … Για σένα όλα ήταν μια υπόθεση, κάποια δεδομένα και – με μόνο όπλο την λογική- να οδηγηθούμε στα φοβερά συμπεράσματα του είδους «τα δύο ευθύγραμμα τμήματα είναι ίσα»… άξια λόγου μόνο για τους καθηγητές και τoυς φροντιστές που έβγαζαν έτσι το ψωμάκι τους.  Η σπουδαιότητα των ποδιών είναι μεγάλη… για αυτό τον πρώτο προμαχώνα του φρουρίου, που συναντούμε από τούτη τη διαδρομή… αυτόν τον τεράστιο πύργο, που λες ότι είναι θεμελιωμένος στον αέρα τον ονόμασαν κάστρο του Ρομπέρ… Δεν σου κάνει εντύπωση, που δεν βρήκαν κάποιο όνομα Ελληνικό … κάποιου αρχαίου ήρωα; … Στις άλλες Τάπιες έβαλαν τα ονόματα του Μιλτιάδη, του Λεωνίδα, του Φωκίωνα… Όχι, τον ονόμασαν «προμαχώνα του Ρομπέρ» … Ξέρεις, δάσκαλε, ποιος ήταν ο Ρομπέρ;»


Δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή  για να τεστάρεις τις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις ενός ταλαίπωρου αναρριχητή της σκάλας. Δεν του απάντησα… Είχα σταματήσει για να πάρω ανάσες… Ήμουν βέβαιος ότι για να συνεχίσει, να με βασανίζει, θα μου πει πάλι κάποια φρικτή ιστορία… Δεν έκανα λάθος στις προβλέψεις…


Φρανσουά Ρομπέρ… αξιωματικός του αυτοκρατορικού στρατού των Γάλλων … όταν οι Γάλλοι είχαν αυτοκράτορα… άκουσε και τα κανόνια του Βατερλώ… την σάλπιγγα να καλεί την παλιά φρουρά στην τελευταία της επίθεση … ακούσματα που παρέμειναν σαν στοιχειωμένα όνειρα μέσα του… ενηλικιώθηκε μέσα στην καταχνιά της παλινόρθωσης … πίστεψε πως ένα αεράκι ελευθερίας άρχισε να φυσάει στην Ελλάδα … άρχισε να ελπίζει … το αεράκι να γινόταν τυφώνας, που θα σάρωνε όλους τους παλιούς Βασιλιάδες … ήρθε στην Ελλάδα … ένας συνάδελφός του αναλαμβάνει αρχηγός του στρατού των εξεγερμένων… μαζί και αυτός … παίρνει διαταγή να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα … να διασπάσει τον πολιορκητικό κλοιό των Τούρκων και να μπει  στην πόλη που γέννησε την Δημοκρατία … έβλεπε από μακριά τον Παρθενώνα … η πόλη των φιλοσόφων και των ποιητών αντιστεκόταν στην βαρβαρότητα ενός δυνάστη … τον καλούσε … θα διασπούσαν με τις λόγχες και τα ξίφη τις γραμμές τους … περίμενε την σάλπιγγα … η έφοδος τους ορμητική … διεισδύουν σε έναν καταρράκτη από κοφτερά σπαθιά … τον διασχίζουν, πλησιάζουν στα τείχη… οι εχθροί τους έχουν πια στο σημάδι από την πλάτη … και με τουφέκια και με κανόνια… μια μπάλα τινάζεται στα πόδια του … πέφτει κάτω …νοιώθει μόνο πως στο χέρι του κρατάει το σπαθί … πέφτει κάτω και οι εχθροί πλησιάζουν … δεν ονειρεύεται καμιά ανατροπή … την ζωή του μόνο και την τιμή του … οι σύντροφοί του έχουν προχωρήσει … κάνουν καταμέτρηση … νοιώθουν πως τους λείπει… ακούν μια φωνή … στα Γαλλικά … αποφασίζουν να γυρίσουν… τον βρίσκουν…  το ένα πόδι έχει φύγει εντελώς το άλλο βγάζει αίμα … δίπλα του δυο Τούρκοι νεκροί από σπαθιές … τον σηκώνουν και τον μεταφέρουν … έχει φτάσει ζωντανός ακόμα στον Παράδεισο … του έστρωσαν μέσα στον Παρθενώνα … σε δυο μέρες πέθανε εκεί, μέσα στον Παρθενώνα.


«Ξέρω πως σε ταλαιπωρούν όλες αυτές οι λεπτομέρειες … θα ήθελες απλώς μια περίληψη… εξέπνευσε, τραυματισμένος  βαριά, εντός του Παρθενώνος… Γιατί όμως να αφαιρούμε από την ιστορία τις λεπτομέρειες;»


Όλη την ώρα, που διηγιόταν τον θάνατο του Ρομπέρ, εγώ έπαιρνα δυνάμεις για να ολοκληρώσω την ανάβαση. Ο νεαρός συνέχισε στην αντίθετη φορά από μένα…  το κατέβασμά του ήταν γρήγορο.  Η παράταση της στάσεως σε εκείνο το μέρος  μου έκανε καλό. Τα πόδια μου είχαν ελαφρύνει αρκετά και οι αναπνοές μου είχαν βρει τον φυσιολογικό τους ρυθμό. Συνέχισα…


Δυστυχώς, βρέθηκε μπροστά μου και πάλι… Ξανακατέβαινε… Δεν ήταν δυνατόν να συμβεί κάτι τέτοιο…. Δεν υπήρχε άλλος δρόμος έξω από αυτή τη σκάλα… τα βράχια ήταν πολύ δύσκολο να τα σκαρφαλώσει κάποιος … μόνο τα γίδια μιας παλαβής γριάς τα ανέβαιναν … κάποτε… είναι πολλά χρόνια που έχουν χαθεί και η γριά και τα γίδια… τώρα ο, κατά δήλωσή του, μαθητής μου μετατρέπεται σε ένα ανεξήγητο φαινόμενο… Όμως δεν είναι οπτασία… τον βλέπω… μπορώ να τον αγγίξω. Συνεχίζει τα πειράγματα.


«Θα μπορούσες να προσαρμόσεις σε αυτήν την σκάλα μια γραφική παράσταση κάποιας ευφάνταστης συναρτήσεως… Δεν θα είναι δύσκολο για σένα… Τόσες ασκήσεις μας έβαζες, για να μας δυσκολέψεις… Πόσων μεταβλητών θα είναι η συνάρτησή σου;…»


Ακριβώς την στιγμή εκείνη αισθάνθηκα και πάλι κόπωση. Δεν με λυπήθηκε, συνέχισε.


«Δεν προσέχετε τα δεδομένα… μας έλεγες … και εμείς σε αντιμετωπίζαμε σαν ένα τεράστιο αερόπλοιο παραφουσκωμένο με ήλιον, χαμένο στα σύννεφα… Ποια είναι τώρα τα δεδομένα; Όχι, οι τρεις διαστάσεις από μόνες τους είναι φτωχές… μπορείς να δημιουργήσεις και ένα σύνολο ακόμα. Στοιχεία που θα περιέχει θα είναι όλα εκείνα που μπορούν να επηρεάσουν το αποτέλεσμα… Παραδείγματος χάριν: Ποιους μπορείς να συναντήσεις; Θα διασταυρωθείς με τα κομμένα κεφάλια των κατάδικων; Για ογδόντα χρόνια … μια σημαία … λευκός σταυρός εντός κυανού πλαισίου και εις το κέντρον της η κορώνα του βασιλέως… ύπαρξη κράτους απτή… Φρούρια, στρατός, δικαστήρια, νομάρχης… ύπαρξη κράτους… οι αποφάσεις των δικαστηρίων έπρεπε να εκτελεστούν εδώ … στην καρμανιόλα … Σκέφτεσαι να αρχίζουν να κατρακυλούν, από αυτές τις σκάλες , κεφάλια ληστών, φονιάδων, λαθρέμπορων  και να σε εμποδίζουν στην ανάβαση; … Εσύ, που δεν έκανες παρέα ποτέ με τέτοιους τύπους… τώρα να αναγκαστείς να τα μαζεύεις, για να μπορέσεις να περπατήσεις… και αν σε ρωτήσει κάποιος … ένας αστυνόμος, ας πούμε… Πού βρήκες, κύριε καθηγητά, τα κεφάλια των κακούργων; Γιατί τα μαζεύεις; Τι σχέση είχες εσύ με αυτούς; Τι θα  απαντήσεις;»


Διατηρώντας την ψυχραιμία μου του είπα «Θα απαντήσω ότι η πιθανότητα να είναι αληθινό αυτό το ενδεχόμενο είναι μηδαμινή… Εγώ εκμεταλλεύομαι το άδειασμα των σκαλιών του Παλαμηδιού εξ αιτίας μιας επιδημίας και τίποτε άλλο…»


Ο μικρός ετοιμόλογος πάντα … «Και γιατί ειδικά του Παλαμηδιού;»


Άρχισα να προσαρμόζω τον λόγο μου με τον τρόπο που νόμιζα ότι θα του αρέσει: «Είναι το μόνο τοπωνύμιο … τουλάχιστον στα γνωστά μέρη … που φέρει τιμητικά την ανάμνηση ενός σοφού που ασχολήθηκε με τους αριθμούς και τα γράμματα… κάποιου από τους ήρωες που πάλεψαν να διώξουν τα νέφη της αμάθειας… ενός παλιού Αναπλιώτη πρίγκηπα, που τον έλεγαν Παλαμήδη.»… Προφανώς, του έκρυψα το στοίχημα με τον εαυτό μου…


Ευχαριστήθηκε… Με είχε πια παρασύρει στον δικό του ρυθμό. Ούτε τόλμησα να διαμαρτυρηθώ για την μαγική του επανεμφάνιση.


«Μπορεί να έλυνε μαθηματικά προβλήματα και να έφερνε σε πέρας δύσκολα παιγνίδια στους πεσσούς και στο ζατρίκιο…όμως… δεν μπόρεσε να εντοπίσει την ζήλεια ως μαμή της ιστορίας… σε μια γελοία πλεκτάνη… σαν σε κινηματογραφική ταινία β’ διαλογής … μπι μούβη, θα έλεγα, αν δεν ήξερα πως σε ενοχλούν οι εκφράσεις στις γλώσσες των βαρβάρων… μέσα από μια τέτοια ίντριγκα βρέθηκε καταδικασμένος… Από την κουτοπονηριά του Οδυσσέα και την  υστεροβουλία του Αγαμέμνονα… Δεν φοβάσαι, μήπως έχεις και εσύ  άδοξο τέλος;… Πιο άδοξο… Δεν σε ζηλεύει κανένας.  Απλώς, οι άλλοι θα πεθαίνουν από την επιδημία και εσύ θα βρεις έναν θάνατο λόγω κοπώσεως, εδώ στα σκαλιά, γιατί τόσα χρόνια είχες παραμελήσει το σώμα σου…»


«Έστω ότι έχω δυνάμεις. Με αυτές θα συνεχίσω την άνοδο. Η σκάλα ελισσόμενη στον απότομο βράχο, δεν είναι παρά μια συγκλίνουσα συνάρτηση… εφόσον έχω δυνάμεις… Αν η σκάλα ανεβαίνει στον ουρανό και όχι σε έναν πολυεπισκέψιμο αρχαιολογικό χώρο, τότε θα έχουμε καταλήξει σε άτοπο… Αλλά για τους διαβιούντες εν ουρανοίς δεν υπάρχει άτοπο, καθώς δεν ξέρουν τι σημαίνει τόπος. Να στο πω απλά: Δεν θα ζούμε για να καταλάβουμε το αρχικό μας λάθος.»


«Ε! αφού είναι ένα τόσο απλό μαθηματικό πρόβλημα, σε αφήνω να συνεχίσεις»…


Με προσπέρασε κατεβαίνοντας. Στάθηκα να βεβαιωθώ ότι πράγματι κατεβαίνει και δεν θα εμφανιστεί και πάλι μπροστά μου. Δεν τον ακολούθησα στην κάθοδο … ίσως να ήταν το σωστό, για να μην ξανασυναντηθούμε.


Συνέχισα το ανέβασμα. Η πίεση του αίματός μου πρέπει να είχε πάει ψηλά. Έτσι το εξήγησα. Κοιτώντας κάτω έβλεπα την θάλασσα της Αρβανιτιάς. Όχι, δεν ήταν ζαλάδα. Πλοία που εμφανίζονταν από του πουθενά. Άλλα καίγονταν, άλλα βούλιαζαν … Ένα κοπάδι άλογα βγαίνουν κολυμπώντας στην στεριά μόνα τους…


Ισχαιμικό επεισόδιο; Ή μεταφυσική οπτασία; Και για τα δύο ήθελα βοήθεια. Ένοιωθα την ανάγκη να φωνάξω στον παλιό μου μαθητή. Δεν θυμόμουν το όνομά του. Είχα ντραπεί να τον ρωτήσω. Προσβάλλεις τους ανθρώπους που συνεργάστηκες στο παρελθόν όταν τους φανερώνεις πως έχεις ξεχάσει το όνομά τους. Πήγα να σφυρίξω. Απέτυχα. Ποτέ δεν είχα μάθει να σφυρίζω καλά.


Άκουσα την φωνή του. Δεν λέω «ευτυχώς». Άκουσα την φωνή του ειρωνικά να μου λέει. «Έλα, λίγο ακόμα. Εδώ πάνω είμαι. Από τούτη την στάση η θάλασσα φαίνεται πιο ωραία.»


Υπερέβαλα εαυτόν. Έφτασα. Το πρόσωπό μου είχε γίνει κόκκινο.


«Σα να βλέπεις πρώτη φορά γυμνή γυναίκα είσαι. Τόσο κόκκινος. Α! σε λίγο θα συναντήσεις τις Οθωμανίδες κυρίες του Ναυπλίου. Όχι όλες. Εκείνες μόνο που είχαν κλειστεί με τους άντρες τους στον προμαχώνα του Μιλτιάδη, οι ίδιες τον ονομάτιζαν Μπαζιριάν Τάπια, στην διάρκεια της Μεγάλης Πολιορκίας. Πείναγαν κάτω στην πόλη. Και ήρθαν να εκμεταλλευτούν τις ενισχυμένες μερίδες που έδινε ο Πασάς στην φρουρά. Κάποιες από αυτές βγήκαν εκείνη την ημέρα να μαζέψουν χόρτα έξω από το φρούριο… Αυτές ομολόγησαν στους Έλληνες την κατάπτωση του στρατεύματος από την πείνα. Όχι, δεν πρόδωσαν τους δικούς τους. Παρακάλεσαν το περίπολο που συναντήθηκαν, να τις αφήσουν να μαζέψουν τα λίγα χόρτα που φύτρωναν στις πατουλιές χώματος ανάμεσα στα βράχια. Και εκείνοι τους έκλεψαν τα λόγια χωρίς αυτές να το αντιληφθούν. Τώρα κατεβαίνουν. Θα τις δεις. Μην τους μιλήσεις. Μόνο στην τελευταία που θα έρχεται μόνη της, με πιο αργά βήματα, να της απευθύνεις τον λόγο. Είναι Ελληνίδα και μάλιστα δική σου. Σίγουρα τους απογόνους της θα τους είχες μαθητές. Δεν ρωτάς, να σου πω, ποια είναι αυτή. Την γνωρίζεις καλά. Έβγαζε μεροκάματο ράβοντας τα κεφάλια των εκτελεσμένων στην καρμανιόλα. Το κράτος επέβαλε την αποτομή, η Εκκλησία ήθελε ακέραιο το σώμα για την ταφή… Στο ενδιάμεσο μια ευκαιρία για ένα άθλιο μεροκάματο… Είμαι σίγουρος ότι δεν θα της μιλήσεις. Θα σου απευθύνει η ίδια τον λόγο. Θα ρωτήσει για τις επιδόσεις των παιδιών, των εγγονών και των δισέγγονων της… Όλους τους είχες σηκώσει στον πίνακα, να λύσουν κάποια παλαβή εξίσωση, που δεν ανταποκρίνεται σε κανένα πραγματικό πρόβλημα… Πιστεύεις ότι η επιδημία θα περάσει και θα συνεχίσεις στον αιώνα τον άπαντα, να διατυπώνεις εξισώσεις και να λες με εκείνο το ειρωνικό ύφος σου «Για να δούμε. Πως λύνεται;».


Πήρα δύναμη και απάντησα: «Θα διερευνήσουμε και τις δύο υποθέσεις. Η πρώτη είναι: Έστω ότι η σκάλα ανεβαίνει στον ουρανό. Εάν ανέβω στον ουρανό, δεν θα γυρίσω πίσω. Δεν θα τολμήσεις να πεις ότι με είδες να ανεβαίνω. Δεν θα σε πιστέψει κανένας γιατί με την κοινή λογική δεν υπάρχουν σκάλες που ανεβαίνουν στον ουρανό. Εξ άλλου ο ουράνιος θόλος είναι μια αφηρημένη έννοια που την επινοήσαμε για την λύση των προβλημάτων της Αστρονομίας, κάποτε… όταν ηδονιζόμαστε με ασκήσεις σφαιρικής τριγωνομετρίας. Τώρα, τον έρωτα αυτόν μας τον κατέστρεψαν τα σύγχρονα τηλεσκόπια, η φασματοσκοπική ανάλυση και τα δεδομένα από τους δορυφόρους. Μας έχουν κατατάξει στην ίδια κατηγορία με τους αστρολόγους. Ο αστυνόμος θα κλείσει τον φάκελο της εξαφάνισής μου με τελευταία αναφορά το τυπικό «συνεχίζονται οι έρευνες». Θα συνεχίσω. Με τρεις στάσεις ακόμα θα φτάσω. Οι φύλακες δεν έρχονται στην δουλειά τους, γιατί ο αρχαιολογικός χώρος είναι κλειστός λόγω κορωνοϊού. Θα διανυκτερεύσω. Χρόνια τώρα το ονειρευόμουν. Ένα βράδυ να μείνω μόνος στο έρημο κάστρο. Έχει πολλά σημεία που μπορώ να απαγκιάσω. Το πρωί θα κατεβώ από την άλλη μεριά που έχει δρόμο.


Εξετάζουμε τώρα την δεύτερη περίπτωση. Εσύ.  Υπάρχεις ή όχι; Είσαι μια υπόθεση σε ένα πρόβλημα. Έστω ο μαθητής επισκέπτεται τον ταλαίπωρο δάσκαλο μετά από χρόνια… Δεν θα εμφανιστεί κανένας να αναφωνήσει το ‘όπερ άτοπον’. Είσαι μια εντελώς ψεύτικη διαίσθηση, που δεν ασχολείται κανένας μαζί σου.»


Συνέχισα σα να μην υπήρχε. Δεν γύρισα να τον κοιτάξω. «Έστω ότι δεν υπήρχε. Στην θέση του θέτουμε το μηδέν.»


Τα φαινόμενα, δυστυχώς, δεν σταμάτησαν. Δεν χρειαζόταν συνομιλητής. Έβλεπα μια ταμπέλα… Τα γράμματα, πλησιάζοντας, καθάρισαν. «Αν διαβείς την πύλη θα το μετανιώσεις, αλλά και αν δεν μπεις μέσα, πάλι θα χάσεις»… «Εκ του Φρουραρχείου». Μα δεν υπάρχει πια φρουραρχείο, παρά μόνον υπάλληλοι του Υπουργείου Πολιτισμού.


Προχώρησα έτοιμος να σωριαστώ. Πέρασα την πύλη. Ευτυχώς, ήταν  ανοιχτή και κανένας φύλακας δεν ήταν στο φυλάκιο για να μου ζητήσει να κόψω εισιτήριο. Ένιωσα ότι είχα μπει σε άγνωστο κόσμο, μέχρι που άκουσα την φωνή… Γνώριμη.


«Ρε δάσκαλε, τι κάνεις εδώ πάνω;»


Μου συστήθηκε. Άκης, Μπάμπης, Μάκης … κάτι τέτοιο. Μου συστήθηκε. Δεν τον θυμόμουν. «Καθόμουν στο τελευταίο θρανίο και δεν ενδιαφερόμουνα για το μάθημά σου.» Τον είχαν προσλάβει με πεντάμηνη σύμβαση … πρόγραμμα κοινωνικής εργασίας … υποψία εξαθλίωσης. Ήταν ένας χοντρός, φόραγε βερμούδα και φαινόταν το τατουάζ  στο πόδι του. Δικαιολογήθηκε για την παρουσία του με πλήρη ειλικρίνεια: «Δάσκαλε ο χώρος είναι κλειστός. Όταν φοβάσαι μήπως ισχυριστούν κάτι τέτοιο και δεν σε πληρώσουν, έρχεσαι στην δουλειά σου. Κάνεις τον παλαβό, για να μην διακινδυνεύσει  η αμοιβή σου».


Τον ρώτησα εάν είδε κάποιον νεαρό με περιποιημένο μούσι που ανεβοκατεβαίνει τις σκάλες. «Έναν, που φαινόταν πως ήταν καλός μαθητής κάποτε».


«Ρε δάσκαλε …. Οι καλοί μαθητές, έχουν χαθεί στην θαλπωρή της οικογένειάς τους. Δεν βγαίνουν έξω. Υπακούν τις εντολές. Πάντοτε τις υπάκουγαν. Τρελαινόντουσαν να σου δείξουν πως ξέρουν να λύνουν εξισώσεις, γιατί τις είχαν ήδη κάνει στο φροντιστήριο. Εδώ πάνω δεν έχει εξισώσεις. Τούτο το ερειπωμένο κάστρο και μόνο εγώ, ένας ταλαίπωρος που επιβιώνω με πεντάμηνα και εσύ, ένας χοντρός γέρος, που μόνο να κάνεις βόλτες με το αυτοκίνητο μπορείς. Πώς βρέθηκες εδώ, μόνο ο Θεός το ξέρει… Αφήνουμε τις θεωρίες. Σε λίγο θα σωριαστείς. Θα σε βοηθήσω να κατέβεις.»


Είχε δίκιο. Τα πόδια μου δεν με βάσταγαν. Να του ζητήσω ασθενοφόρο, το θεώρησα γελοίο.


« Κοίτα, θυμάμαι πως για όλα, μας έλεγες, υπάρχουν λύσεις. Θεωρούσα πως μας κορόιδευες. Εγώ δεν ήξερα τίποτε. Με λίγη αντιγραφή και χάρη στην καλή σου καρδιά μας περνούσες την τάξη. Έχω ένα μικρό σμαρτάκι απ έξω από την Κεντρική Πύλη. Τώρα που δεν μας βλέπει κανένας, θα πάω να την ανοίξω, θα το φέρω μέχρι την πόρτα που είναι κάτω από το καμπαναριό του Αγίου Ανδρέα. Μέχρι εκεί θα σε βοηθήσω να περπατήσεις. Δεν είναι μακριά.»


Δεν μπορούσα να το αρνηθώ. Ήρθε. Μπήκαμε. Δεν μπορούσα να κάνει αναστροφή. Φύγαμε με την όπισθεν. Θα με πήγαινε μέχρι το σπίτι μου. Θυμάμαι τα τελευταία του λόγια, όταν βγήκε από το αυτοκίνητο για να κλειδώσει την Ανατολική (Κεντρική) Πύλη.


«Δάσκαλε, φαντάσματα δεν υπάρχουν. Θα κλείσω το μαγαζί και θα φύγουμε.»


Το φρούριο έφυγε από το θρύλο, έγινε το μαγαζί του χειρότερού μου μαθητή.


©Τόλης Κοΐνης


φωτογραφία: Στράτος Φουντούλης

No comments:



 

Powered by Blogger.