Ads Top

Ο Σωκράτης των Βαυαρών και ο Σωκράτης, το γκαρσονάκι, της Πλατείας Πλατάνου (Αγοράς) στο Ναύπλιο



Στην Συνθήκη του  Λονδίνου στις 25 Απριλίου (7 Μαΐου ) 1832, με την οποία η Βρετανία, η Γαλλία και η Ρωσία συμφώνησαν στη δημιουργία του Βασιλείου της Ελλάδας, ορίσθηκε (14ος όρος) ότι «Η Α.Μ. ο Βασιλεύς της Βαυαρίας (ΛουδοβίκοςΑ΄ της Βαυαρίας) θέλει διευκολύνει προς τον πρίγκιπα Όθωνα τα μέσα του να στρατολογήσει εν Βαυαρία και να παραλάβη εις την υπηρεσίαν αυτού, ως Βασιλεύς της Ελλάδος, σώμα στρατιωτικόν μέχρι τριών χιλιάδων πεντακοσίων ανδρών, του οποίου τον οπλισμόν, την αποσκευήν  και μισθοδοσίαν θέλει χορηγήσει το ελληνικόν κράτος».

 Όταν λοιπόν,  ο Όθων ήλθε στην Ελλάδα συνοδευόταν από ένα μεγάλο επιτελείο συμβούλων και ειδικών, αλλά και από τουλάχιστον τρισήμισυ χιλιάδες Βαυαρούς εθελοντές (Βαυαρικό Επικουρικό Σώμα) , οι οποίοι μισθοδοτούνταν από το ελληνικό κράτος, και οι οποίοι με την άφιξή τους στην Ελλάδα θα «απελευθέρωναν» κατά κάποιο τρόπο και  τα συμμαχικά στρατεύματα, κυρίως το Γαλλικό εκστρατευτικό σώμα. Η συμφωνία προέβλεπε ότι το Βαυαρικό Επικουρικό Σώμα θα ήταν «αυτοσύντακτο», εννοώντας ότι, θα παρέμενε αμιγώς Βαυαρικό και δε θα αναμιγνύονταν με Ελληνικά στρατεύματα, πράγμα του τελικά δεν έγινε.



Στρατιώτες του 2ου Μικτού Συντάγματος του Eπικουρικού Σώματος στην Ελλάδα, εικόνα του Ρίχαρντ Κναίτελ

 Οι Επίκουροι ήλθαν για να συμβάλουν,σε συνεργασία με τους Έλληνες, στην έμπεδωση της τάξης και της ασφάλειας στη χώρα, ιδιαίτερα στα δύο πρώτα χρόνια από την άφιξη του βασιλιά. Μετά την συμπλήρωση αυτού του χρόνου τα μέλη του Επικουρικού ήταν ελεύθερα ή να επιστρέψουν στη Βαυαρία ή να παραμείνουν στην Ελλάδα για να εργαστούν, όχι όμως σε δημόσια θέση.

Οι άνδρες αυτοί αποβιβάστηκαν στο Ναύπλιο στις 19 και 20 Ιανουαρίου 1833, ενώ ο Όθων και η ακολουθία του στις 25 του μήνα. Μέχρι τότε ο βασιλιάς παρέμενε στο βρετανικό πλοίο «ΜΑΔΑΓΑΣΚΑΡΗ».

Ας σημειωθεί ότι, τη Μαδαγασκάρη συνόδευε κατά την άφιξη η ρώσικη κορβέτα Άννα και η γαλλική Κορνηλία, γεγονός που υποδήλωνε την τριπλή κηδεμονία του νέου βασιλείου.



Άφιξη των Βαυαρικών στρατευμάτων στην Ελλάδα το 1833, υδατογραφία του Λούντβιχ Καίλνμπεργκερ στρατιώτη και ζωγράφου, μέλους του Βαυαρικού Επικουρικού Σώματος

Ανάμεσα στους Βαυαρούς εθελοντές, ήταν και ο υπολοχαγός Χριστόφορος Νέεζερ ή Νέζερ (γερμ. Christoph Neeser) (1808-1883), ο οποίος στα μέσα Μαρτίου του 1833, διορίστηκε φρούραρχος της Αθήνας από τον Ιάκωβο Νερουλό, Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων και επίτροπο του Όθωνα   και την πρώτη Απριλίου παρέλαβε μαζί με το Βαυαρό ταγματάρχη Πάλιγκαν την Ακρόπολη από τον Τούρκο φρούραρχο της Αθήνας, Οσμάν Εφέντη. Υπήρξε  ο πρώτος χριστιανός φρούραρχος της πόλης.

Ο Χριστόφορος Νέζερ στα Απομνημονεύματά του, περιγράφει μεταξύ άλλων, τις πρώτες  στιγμές της παρουσίας του στην Ελλάδα, όταν γαλουχημένος με το πνεύμα της ελληνικής αρχαιότητας, όπως αυτό είχε κυριαρχήσει μέσω του κλασσικισμού στην Γερμανία και κυρίως στην Βαυαρία της εποχής, ήρθε «αντιμέτωπος» με το πλαίσιο της καθημερινότητας των απλών ανθρώπων.



Παρακάτω παρατίθεται ένα στιγμιότυπο στην κεντρική πλατεία του Ναυπλίου που περιέχεται στα Απομνημονεύματά του:

«Λίγες μέρες πριν αποβιβαστεί ο βασιλιάς στο Ναύπλιο, το τάγμα μου πάτησε τη γη της Ναυπλίας. Μόλις, όμως, περάσαμε τη μοναδική πύλη της πόλης, νιώσαμε απέραντη αηδία, αλλά συγχρόνως και στενοχώρια, για το θέαμα που αντικρίσαμε. Η φαντασία μας επηρεασμένη από τα όσα γνωρίζαμε για την αρχαιότητα, μας είχε προετοιμάσει για άλλα πράγματα. Αντί γι’αυτά, στην αληθινή ζωή της πόλης, επικρατούσε η ερήμωση, οι κατεστραμμένες οικίες, οι αδιάβατοι δρόμοι. Με πολύ κόπο διασχίσαμε αυτούς τους δρόμους, για να κατορθώσουμε τελικά να φθάσουμε στην κύρια πλατεία, όπου οι Γάλλοι είχαν εγκαταστήσει ισχυρή φρουρά. 



Ludwig Lange _ 1834 
Η πλατεία πλατάνου (Αγοράς)

Εδώ η κατάσταση ήταν κάπως καλύτερη· υπήρχαν παντοπωλεία και καφενεία, και οι Έλληνες που μας περιτριγύριζαν, μας καλούσαν με νοήματα ή σκόρπιες ιταλικές λέξεις να πιούμε μαζί τους ένα ποτήρι κρασί. Μας πρόσφεραν μερικά σκαμνάκια και καθίσαμε. Ο κάπελας κάλεσε στο μαγαζί κάποιον που καθόταν στην πλατεία, φωνάζοντας το όνομά του: Σωκράτη, Σωκράτη! Το όνομα μας ηλέκτρισε όλους και όπως συμβαίνει με το σχετικό στρατιωτικό παράγγελμα, στρέψαμε το βλέμμα προς την πόρτα της παράγκας για να δούμε τον άνδρα που έφερε το τρισένδοξο αυτό όνομα. Αλλά να, ντρέπομαι ακόμη που το λέω, κάνει την εμφάνιση του ένας δεκαπεντάχρονος νεανίσκος, με σχισμένα και βρώμικα ρούχα που τα συγκρατούσε μια ζώνη γεμάτη λίγδες. Και όμως αυτός ο σκαντζόχοιρος ονομαζόταν Σωκράτης! Τότε δεν μπορούσαμε να κατανοήσουμε πως ήταν δυνατόν να βεβηλώνεται με αυτόν τον τρόπο αυτό το ένδοξο όνομα. Αυτός, λοιπόν, ο τύπος που βρωμοκοπούσε, μας έφερε τα ποτήρια γεμάτα κρασί. Το κατεβάσαμε μονορούφι, αλλά έπρεπε να δει κανείς αμέσως μετά τα πρόσωπά μας, για να καταλάβει τι αχρείο κρασί, τι δηλητήριο ήπιαμε. Και μπορεί εμείς να αηδιάσαμε με το κρασί, οι Έλληνες που κάθονταν τριγύρω μας όμως το διασκέδασαν με τη ψυχή τους, με την αντίδρασή μας βεβαίως. Αυτό το κρασί ήταν ρετσίνα, το αγαπημένο ποτό των Ελλήνων. 

Ξαναβρήκαμε το κέφι μας, όταν ο ρυπαρός νεανίσκος μας γέμισε τα ποτήρια με ένα υπόξανθο, διαυγές κρασί, με γεύση νέκταρ. Τρία, τέσσερα ποτήρια από το θείο αυτό νάμα ήταν αρκετά για να μας φανούν οι ερειπωμένες οικίες γραφικές, οι ανώμαλοι δρόμοι λεωφόροι και ο δυσώδης Σωκράτης, το γκαρσονάκι, πως είχε να πλυθεί μερικές μόνο ημέρες και όχι χρόνια, όπως μας φάνηκε στην αρχή […]».

Επιμέλεια κειμένου
Μαρία Βασιλείου
Βιολόγος-Ωκεανογράφος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.