Η έξοδος του Μεσολογγίου - Γράφει η Μαρία Βασιλείου



«Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι».
Δ. ΣΟΛΩΜΟΣ


Πολιορκία του Μεσολογγίου (1825-1826), Πίνακας του Π. Ζωγράφου.

Τρία χρόνια μετά την αποτυχημένη απόπειρα κατάληψης του Μεσολογγίου από τους Κιουταχή και Ομέρ Βρυώνη, ο Σουλτάνος ανέθεσε και πάλι στον Κιουταχή, να καταλάβει την πόλη, συνδυάζοντας αυτή τη φορά την επιχείρηση με την εκστρατεία του Ιμπραήμ στην Πελοπόννησο. Με μια πανίσχυρη στρατιά, ο Κιουταχής ξεκίνησε από τα Τρίκαλα στα τέλη Φεβρουαρίου του 1825 και στις 15 Απριλίου 1825 έφθασε προ του Μεσολογγίου. Αμέσως άρχισε την πολιορκία της πόλης, η οποία μπορεί να χωρισθεί σε δύο περιόδους: α) 15 Απριλίου έως 12 Δεκεμβρίου 1825 και β) 25 Δεκεμβρίου 1825 έως τις 11 Απριλίου 1826. Χωρίς σημαντική βοήθεια από τους υπόλοιπους Έλληνες και έχοντας να αντιμετωπίσουν υπέρτερες εχθρικές δυνάμεις, οι λιγοστές ψυχές του Μεσολογγίου αντιστάθηκαν καρτερικά επί ένα χρόνο. Ο απεσταλμένος των Μεσολογγιτών στο Ναύπλιο Σπυρομίλιος μας πληροφορεί ότι "Ως σπουδαιότερον αντικείμενον εθεώρουν τήν Εθνικήν Συνέλευσιν, παρά τον εχθρόν όστις επαπείλει το Μεσολόγγιον".



Κατά την πρώτη φάση της πολιορκίας (15 Απριλίου - 12 Δεκεμβρίου 1825) το Μεσολόγγι πολιορκήθηκε μόνο από τις δυνάμεις του Κιουταχή. Οι επιθέσεις τους συντρίβονταν εύκολα ή δύσκολα από τους υπερασπιστές της πόλης. Στις 24 Ιουλίου 1825, ρουμελιώτες πολεμιστές υπό τον Γεώργιο Καραϊσκάκη ανάγκασαν τον Κιουταχή να αποσύρει τις δυνάμεις του στις υπώρειες του όρους Ζυγός, χαλαρώνοντας την πολιορκία του Μεσολογγίου. Αλλά και ο τουρκικός στόλος, παρενοχλούμενος από τον ελληνικό, αναγκάσθηκε να ζητήσει καταφύγιο στην αγγλοκρατούμενη Κεφαλληνία. Στις 5 Αυγούστου ο Κίτσος Τζαβέλλας, επικεφαλής δυνάμεως Σουλιωτών πολεμιστών, εισήλθε στην πόλη, αναπτερώνοντας το ηθικό των πολιορκουμένων.

Σις 25 Δεκεμβρίου 1825 άρχισε η δεύτερη φάση της πολιορκίας του Μεσολογγίου. Όπως και στην πρώτη πολιορκία, πάλι υπήρξε διάσταση απόψεων μεταξύ των δύο πασάδων. Ο αιγύπτιος Ιμπραήμ επεχείρησε με τις δικές του δυνάμεις να καταλάβει το Μεσολόγγι στις 16 Ιανουαρίου 1826. Απέτυχε, όμως, και αναγκάσθηκε να συμπράξει μετά του Κιουταχή. Οι δύο στρατοί κατέστησαν ασφυκτική την πολιορκία με ανηλεή κανονιοβολισμό του Μεσολογγίου και με την κατάληψη των στρατηγικής σημασίας νησίδων Βασιλάδι (25 Φεβρουαρίου) και Κλείσοβας (25 Μαρτίου). Η κατάσταση πλέον μέσα στην πόλη είχε φθάσει σε οριακό σημείο. Τρόφιμα δεν υπήρχαν και οι πολιορκούμενοι (γυναίκες, παιδιά, τραυματίες, γέροντες και μαχητές) σιτίζονταν με πικραλήθρες φύκια, άλογα, ποντίκια  γάτες κλπ!

Στις 6 Απριλίου αποφασίστηκε σε Συμβούλιο οπλαρχηγών και προκρίτων η Έξοδος και ορίστηκε γι' αυτή, η νύχτα του Σαββάτου του Λαζάρου προς Κυριακή των Βαΐων (9 προς 10 Απριλίου 1826). Τα μεσάνυχτα, σύμφωνα με το σχέδιο, χωρίστηκαν σε τρεις ομάδες, υπό τους Δημήτριο Μακρή, Νότη Μπότσαρη και Κίτσο Τζαβέλα, με την ελπίδα να διασπάσουν τις εχθρικές γραμμές, με αιφνιδιασμό. Νωρίτερα είχαν σκοτώσει τους τούρκους αιχμαλώτους, ενώ στην πόλη παρέμειναν τραυματίες και γέροι και γυναικόπαιδα. Όμως, το σχέδιο της Εξόδου, «απέτυχε» και  κατεπνίγει στο αίμα. Οι δυνάμεις του Ιμπραήμ κατέσφαξαν με τα γιαταγάνια τους μαχητές της ελευθερίας. Στο μεταξύ, μέσα στο Μεσολόγγι είχαν αρχίσει οι σφαγές από τους Τουρκοαιγύπτιους, που είχαν εισβάλει από άλλο σημείο της πόλης.

Σε πολλά σημεία της πόλης σημειώθηκαν δραματικές σκηνές: ο δημογέροντας Χρήστος Καψάλης, όταν κυκλώθηκε από τους εισβολείς στο σπίτι του, όπου είχαν συγκεντρωθεί τραυματίες, γέροντες και γυναικόπαιδα, έβαλε φωτιά στην πυριτιδαποθήκη, ενώ ο μητροπολίτης Ρωγών Ιωσήφ ανατίναξε τον Ανεμόμυλο, στην τελευταία πράξη αντίστασης, όταν κυκλώθηκε από τους εχθρούς.

Όλα αυτά έγιναν τη νύχτα του Λαζάρου τον Απρίλη του 1826, ξημερώματα Κυριακής των Βαΐων.
·         Λένε πως έτρωγαν γαϊδούρια, άλογα, σκυλιά, γάτες και ποντίκια για να επιβιώσουν, αλλά δεν πτοούνταν:
«Κι άκουγες τους Τούρκους, ύστερα απ’ τον Φλεβάρη του 1826, να τους ξεφωνίζουν κάθε τόσο:
— Τι καρτεράτε, ορέ 'Έλληνες, και δεν παραδίνεστε; Δεν βλέπετε τι πάθαν οι δικοί σας στο Βασιλάδι, τον Δολμά (Ντολμάς), και στ’Ατλικό (Αιτωλικό); Τι ελπίδα έχετε, μπρέ!...
Και οι κλεισμένοι τους απαντούσαν:
— Και τι ανάγκη έχουμε, σαν πήρατε το Δολμά, το Βασιλάδι, τ’ ’Ατλικό. Θαρρείτε και πήρατε το  Μισολόγγι; Και κάποια μέρα, πεισματωμένος ο Σουλιώτης Γιάννης Μπαϊρακτάρης, φώναξε αρβανίτικα σε κάποιο Γκέκα:
—΄Οσο ακούς, ορέ Γκέκα, τα γαϊδούρια που γκαρίζουν, μην ολπίζεις για Μισολόγγι, μόν’ φύλαξε το κεφάλι σου!»
·        
   Λένε πως οι Μεσολογγίτισσες , εξοικειωμένες με τον πόλεμο δείχνανε μια απίστευτη αδιαφορία στις εχθρικές μπάλες και τα βόλια,  που κάθε τόσο πέφτανε μέσα στην πόλη: «Κάποια, είχε βγει στο παράθυρο και τίναζε το σεντόνι της. ‘Αξαφνα βόλι εχθρικό, χτυπάει το σεντόνι και το τρυπάει. Κι ατάραχη η Μεσολογγίτισσα ξεφωνίζει:— Να κακό χρόνο νάχεις και μαύρο Αγαρηνέ, μου τρύπησες καινούργιο σεντόνι!...»

Άλλη πάλι, η  Ελένη Στάθη, γύριζε στο σπίτι της, κουβαλώντας στο κεφάλι της πάνω, τη βαρέλα της γεμάτη νερό. Μπάλα εχθρική βρίσκει τη βαρέλα, την κομματιάζει χωρίς να βλάψει την Ελένη. Κι η Μεσολογγίτισσα αδιαφορώντας για τον κίνδυνο που έτρεξε, κυττάζει τη σπασμένη  βαρέλα της, και λέει:— Μπα κακό καιρό νάχης για μπάλλα, κι εκείνος που σ’έριχνε, κιό δεν έχω κι άλλη βαρέλα και τι θα γένω!...»
  
Στην ΕΞΟΔΟ μεσολογγίτισσες  ντύθηκαν με φουστανέλλα, αρματώθηκαν το ίδιο, όπως κι οι άντρες και πήραν στην πλάτη τα μωρά τους, ακολουθώντας την Φρουρά. Ντυμένη έτσι ακολούθησε τον Κίτσο Τζαβέλα η γυναίκα του Βασιλική, με το παιδί τους στα χέρια.Το ίδιο κι η ηρωϊκή Πιτούλαινα, η Θοδώρα Χρυσικοπούλου κ.ά.  Όσες κατάφεραν μέσα στο μακελειό να βγουν ζωντανές, φύλαξαν  τη φορεσιά τους εκείνη σαν κάτι ιερό και τάφηκαν μ’αυτήν.
·         
       Λένε πως ένας Μεσολογγίτης ο Γεράσιμος Τζόρνας υπερασπιστής της Κλείσοβας, έφραξε με το κορμί του τη μπούκα του κανονιού του, της «Κοψαχείλας του» και το πυροδότησε για να μην πέσουν κι αυτός και η Κοψαχείλα του, στα χέρια των εχθρών.
·         
    Λένε πως οι γενναίοι έβγαιναν από τα τείχη και κορόιδευαν τους απέκει για να τους εκνευρίσουν. «Κάθε νύχτα σαν κατάκιαζε το ντουφεκίδι από πολιορκητές και πολιορκημένους στο Μεσολόγγι, η βροντερή φωνή του Γουρνάρα από τη  Μεσαρίτσα του Ζυγού ακουγόταν πάνω απ’ τον προμαχώνα να ξεφωνίζει: (Βάρ...δια ά...λέ...στα !/Του Κιου...ταχή τα γένια... χέ...!!»
·         
    Λένε πως οι Τουρκαλβανοί έπιαναν κουβέντα με τη Μεσολογγίτικη φρουρά: « Ο Τσιόλκας, ξάδερφος του Αντρέα Ίσκου, όταν   Τούρκος του ζήτησε να του πετάξει μια τσαπέλα σύκα, του αποκρίθηκε να περιμένει λίγο μέχρι να τα ραμματιάσουν (αρμαθιάσουν)....το «ραμματιάζω» του Τσόλκα, ήταν για το φυτίλι, που ετοίμαζαν στον υπόνομο και  σαν βάλανε φωτιά στο φυτίλι πριν σκάσει ο υπόνομος, ο Τσιόλκας βγήκε στην ντάπια και φώναξε του φίλου του Τούρκου, να βγει να πάρει την τσαπέλα τα σύκα....»
·         
    Λένε πως «σαν αντάμωσαν οι δυό  πασάδες ο Ιμπραήμ και ο Κιουταχής, έξω από το Μεσολόγγι ο Ιμπραήμ, αφού κύταξε με περιφρόνηση προς το Μεσολόγγι, λέει αγέρωχα στον Κιουταχή:—Οχτώ μήνες και δεν μπόρεσες να πατήσεις αυτόν το φράχτη;  Εγώ μέσα σε λίγες μέρες κυρίευσα το Νιόκαστρο !...Στα πικρά του λόγια ο Κιουταχής δεν άποκρίθηκε.  Πεισματωμένος κάλεσε στη σκηνή του τους αξιω ματικούς του και τους επανέλαβε τα ειρωνικά λόγια του Ιμπραήμ. Κι απ’ όλους τότε, αποκρίθηκε στον Κιουταχή, ο Ταχήρ Αμπάζης:— Μεις που δοκιμάσαμε με τους κλεισμένους στο Μεσολόγγι, γνωρίσαμε τι αξίζουν και δεν έχουμε όρεξη να ξαναδοκιμάσουμε. Αν αγαπάει η αφεντιά του, ας δοκιμάσει, και τότε θα τους κρίνει πιο σωστά...»

·         Λένε πως «΄Αμα έφτασε ο Ιμπραήμ στο Μεσολόγγι, κι αποβιβάστηκαν οι αραπάδες του, στο Κρυονέρι, άρχισαν να γυμνάζωνται κάνοντας γιουρούσια σε μιά ράχη, ντουφέκιζαν το καστράκι, στήνανε σκάλες τάχα στο τείχος του Μεσολογγίου, κι άλλα τέτοια. Κι η φρουρά από μέσα, αγνάντευε απ’ τ’ αλάργα ψύχραιμη τα καμώματα κείνα των αραπάδων. Κάποιος όμως πολεμιστής μια μέρα δε βαστάχτηκε. Ανέβηκε στο μπεντένι (πολεμίστρα) και τους φωνάζει: — Έ, ορέ αραπάδες, λάθος κάνετε. Το Μεσολόγγι είναι κατά δω μεριά, όχι κατά κει που πολεμάτε λόγου σας...»
·          
      Λένε ότι σαν έπεσε το Μεσολόγγι κι αντάμωσε σε λίγο καιρό ο Ιμπραήμ με το Ντεριγνύ στο λιμάνι του Νιόκαστρου τον ρώτησε ο ναύαρχος: «-  Πώς τα πέρασες στο Μεσολόγγι; Κι ο νικητής, δείχνοντας στ’ αλάργα τα χιονισμένα βουνά, του αποκρίθηκε: -Βλέπεις, τα χιόνια ψηλά σε κείνα τα βουνά;΄ Όπως λυώνουν αυτά, αμιράλο, έτσι κι εμείς θα λυώναμε αν είχε η φρουρά του Μεσολογγίου τροφές για τρεις ακόμα βδομάδες...»
·         Λένε, λένε .....

Το Μεσολόγγι παρέμεινε στην κυριαρχία των Τούρκων μέχρι το Μάιο του 1829. Η συνθήκη της απελευθέρωσης της πόλης υπογράφτηκε στις 2 Μαΐου 1829 από τους Γ. Βαρνακιώτη και Ι. Παπαρρηγόπουλο, από την πλευρά των Ελλήνων και από το Μουσταφά Κρητικό, από την πλευρά των Τούρκων.

Το 1937 ανακηρύχτηκε «Ιερά Πόλις» ,μια τιμητική και ένδοξη διάκριση που καμιά άλλη πόλη στον κόσμο δεν φέρει και η Κυριακή των Βαΐων ορίστηκε  ημέρα μνήμης της Εξόδου. Η νύχτα της Εξόδου θα μείνει για πάντα στην ιστορία,  σύμβολο εθελούσιας θυσίας στο βωμό της Ελευθερίας.

Μα καλύτερα απ’ όλους το είπε ο Εθνικός μας ποιητής. «Τα μάτια μου δεν είδαν τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι».

ΣΗΜ:Τα περιστατικά που αναφέρονται στο κείμενο
εξιστορούνται στα: ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΝΕΚΔΟΤΑ 150-1862
Του ΤΑΚΗ ΛΑΠΠΑ/ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΤΛΑΝΤΙΣ-Μ. ΠΕΧΛΙΒΑΝΙΔΗΣ &ΣΙΑ Α.Ε

Επιμέλεια κειμένου
                                                                                                                 Μαρία Βασιλείου
Βιολόγος-Ωκεανογράφος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Από το Blogger.